
Γράφει ο Παναγιώτης Κόνσουλας,
Οικονομολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας
Ακούστε αυτό το άρθρο
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν μια πολιτική πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικό προβάδισμα, ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης εμφανίζονται αδύναμα να διαμορφώσουν μια πειστική και ενιαία εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο, όμως, είναι ότι η εικόνα αυτή διαμορφώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία όχι μόνο συζητήθηκαν αλλά ήδη ανακοινώθηκαν και παρουσιάστηκαν δύο νέοι πολιτικοί σχηματισμοί: η «ΕΛΠΙΔΑ για τη Δημοκρατία – Μαρία Καρυστιανού Ανεξάρτητο Κίνημα Πολιτών» και η «ΕΛ.Α.Σ. – Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη» του Αλέξη Τσίπρα.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας αναζητά νέες πολιτικές εκφράσεις. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύει και το βαθύ αδιέξοδο στο οποίο έχουν περιέλθει τα παραδοσιακά κόμματα της αντιπολίτευσης. Αν υπήρχε σήμερα ένας ισχυρός και πειστικός αντιπολιτευτικός πόλος, δύσκολα θα δημιουργούνταν το πολιτικό κενό που επιτρέπει την εμφάνιση νέων κομματικών εγχειρημάτων.
Το ΠΑΣΟΚ, παρά τη σταθερή παρουσία του στις μετρήσεις, δεν έχει καταφέρει να μετατρέψει τη φθορά της κυβέρνησης σε δυναμική εξουσίας. Παραμένει εγκλωβισμένο σε ποσοστά που δεν του επιτρέπουν να εμφανιστεί ως η αυτονόητη εναλλακτική επιλογή. Από την άλλη πλευρά, ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει να πληρώνει το κόστος των εσωτερικών συγκρούσεων, των διασπάσεων και της απώλειας πολιτικής ταυτότητας που ακολούθησε την αποχώρηση του Αλέξη Τσίπρα από την ηγεσία.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Μαρία Καρυστιανού επιχείρησε να μετατρέψει τη μεγάλη κοινωνική αναγνωρισιμότητα που απέκτησε μέσα από την τραγωδία των Τεμπών σε πολιτική πρωτοβουλία, παρουσιάζοντας το κόμμα «ΕΛΠΙΔΑ για τη Δημοκρατία».
Παράλληλα, ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε δυναμικά στο πολιτικό προσκήνιο ανακοινώνοντας την ίδρυση της «ΕΛ.Α.Σ. – Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης», επιχειρώντας να ανασυνθέσει τον κατακερματισμένο χώρο της Κεντροαριστεράς και της ευρύτερης Αριστεράς. Η ίδρυση του νέου φορέα δείχνει ότι ακόμη και ο ίδιος εκτιμά πως το υπάρχον πολιτικό σχήμα δεν μπορούσε πλέον να εκφράσει αποτελεσματικά τον συγκεκριμένο χώρο.
Ωστόσο, το βασικό ερώτημα παραμένει αν οι νέοι αυτοί σχηματισμοί μπορούν πραγματικά να ανατρέψουν τις πολιτικές ισορροπίες. Μέχρι στιγμής, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν περισσότερο μια ανακατανομή δυνάμεων εντός της αντιπολίτευσης παρά μια συνολική μεταβολή του πολιτικού συσχετισμού υπέρ της. Αντί να συγκροτείται ένας ισχυρός αντίπαλος πόλος απέναντι στην κυβέρνηση, δημιουργούνται περισσότερα κέντρα πολιτικής εκπροσώπησης που διεκδικούν το ίδιο εκλογικό ακροατήριο.
Οι δημοσκοπήσεις ασφαλώς δεν αποτελούν κάλπη. Αποτελούν όμως έναν αξιόπιστο δείκτη πολιτικών τάσεων. Και το μήνυμα που εκπέμπουν σήμερα είναι σαφές: η κρίση της αντιπολίτευσης δεν λύνεται απλώς με νέα ονόματα, νέα λογότυπα ή νέους κομματικούς φορείς. Χρειάζεται πειστικό σχέδιο διακυβέρνησης, πολιτική σοβαρότητα και προτάσεις που να απαντούν στα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας.
Μέχρι να συμβεί αυτό, η κυβέρνηση θα εξακολουθεί να διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων, ενώ η αντιπολίτευση θα συνεχίσει να αναζητά τον βηματισμό της μέσα σε ένα ολοένα πιο πολυδιασπασμένο πολιτικό σκηνικό, όπου η ίδρυση νέων κομμάτων επιβεβαιώνει περισσότερο την κρίση εκπροσώπησης παρά την επίλυσή της.
Πηγή: https://www.political.gr


