
Οικονομολόγου-Πολιτικού Επιστήμονα
Η φράση «ΝΑΤΟ εναντίον ΝΑΤΟ» που μέχρι πρόσφατα θα ακουγόταν υπερβολική, σήμερα περιγράφει με ανησυχητική ακρίβεια το ρήγμα που διαμορφώνεται στο εσωτερικό της Συμμαχίας.
Οι τελευταίες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, σύμφωνα με τις οποίες εξετάζει ακόμη και την αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών εάν οι σύμμαχοι δεν στηρίξουν ενεργά την πολεμική σύγκρουση με το Ιράν, λειτουργούν ως καταλύτης σε μια ήδη εύθραυστη ισορροπία.
Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη προεδρική υπερβολή. Αντιθέτως, αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα: τη διαφωνία ως προς το τι σημαίνει συλλογική ασφάλεια και ποια είναι τα όρια της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες απαιτούν μεγαλύτερη συμμετοχή και ξεκάθαρη ευθυγράμμιση, ενώ αρκετές ευρωπαϊκές χώρες εμφανίζονται διστακτικές απέναντι σε μια γενικευμένη εμπλοκή στη Μέση Ανατολή.
Η προοπτική ενός γενικευμένου πολέμου με το Ιράν δεν αποτελεί κοινή προτεραιότητα για όλους. Για πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, οι συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης θα ήταν άμεσες και επώδυνες: ενεργειακή αστάθεια, νέες μεταναστευτικές ροές και περαιτέρω αποσταθεροποίηση στην ευρύτερη περιοχή. Έτσι, η απροθυμία τους να ακολουθήσουν μια σκληρή γραμμή δεν είναι ένδειξη αδυναμίας, αλλά διαφορετικής ανάγνωσης των κινδύνων.
Την ίδια στιγμή, η στάση της Τουρκίας, που κινείται συχνά με όρους στρατηγικής αυτονομίας, και οι διαφοροποιήσεις στο ουκρανικό μέτωπο ενισχύουν την εικόνα μιας συμμαχίας χωρίς ενιαία κατεύθυνση. Η συνοχή δεν θεωρείται πλέον δεδομένη, αλλά ζητούμενο. Και όσο οι αποκλίσεις μεγαλώνουν, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι οι εσωτερικές αντιθέσεις μπορεί να εξελιχθούν σε ανοιχτές συγκρούσεις πολιτικής βούλησης.
Η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των εξελίξεων, καλούμενη να ισορροπήσει ανάμεσα στις δεσμεύσεις της και στις εθνικές της προτεραιότητες. Από τη μία πλευρά, επιδιώκει να παραμείνει αξιόπιστος σύμμαχος. Από την άλλη, δεν μπορεί να αγνοήσει τις ιδιαιτερότητες της περιοχής της και τις διαρκείς προκλήσεις που αντιμετωπίζει. Σε αυτό το περιβάλλον, η στρατηγική ψυχραιμία και η ευελιξία καθίστανται κρίσιμα εργαλεία.
Οι δηλώσεις Τραμπ επαναφέρουν στο τραπέζι ένα σενάριο που μέχρι πρότινος θεωρούνταν αδιανόητο: μια Συμμαχία χωρίς τον βασικό της πυλώνα. Ακόμη και αν δεν υλοποιηθεί, η απλή συζήτηση γύρω από αυτό το ενδεχόμενο αρκεί για να προκαλέσει αναταράξεις, να ενισχύσει τις τάσεις αυτονόμησης στην Ευρώπη και να ανοίξει τη συζήτηση για νέες δομές ασφάλειας.
Το κρίσιμο ερώτημα, πλέον, δεν είναι μόνο η αντοχή της Συμμαχίας, αλλά και η ικανότητα της να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε έναν κόσμο όπου τα συμφέροντα δεν συμπίπτουν αυτόματα.
Αν οι διαφωνίες συνεχίσουν να οξύνονται, τότε το ρήγμα θα πάψει να είναι θεωρητικό και θα μετατραπεί σε πραγματική γεωπολιτική ανατροπή, με συνέπειες που θα ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια της ίδιας της Συμμαχίας.
Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η Ευρώπη θα κληθεί να αποφασίσει αν μπορεί να σταθεί αυτόνομα, ενώ χώρες όπως η Ελλάδα θα πρέπει να κινηθούν με προσοχή, διορατικότητα και καθαρή στρατηγική γραμμή, προκειμένου να αποφύγουν περαιτέρω εμπλοκή με απρόβλεπτες καταστάσεις.


