
Γράφει ο Παναγιώτης Κόνσουλας,
Οικονομολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας
Ακούστε αυτό το άρθρο
Αν υπάρχει κάτι που καταλαβαίνει αμέσως ο πολίτης, χωρίς να χρειάζεται αναλύσεις και γεωπολιτικούς χάρτες, είναι η τιμή της αντλίας. Τη βλέπει κάθε εβδομάδα. Την αύξηση την συναντά ξανά στο σούπερ μάρκετ, στο εισιτήριο, στον λογαριασμό μιας μικρής επιχείρησης. Κι όταν η τιμή ανεβαίνει, δεν τον παρηγορεί καμία διπλωματική ανακοίνωση.
Αυτό γνωρίζει ο Ντόναλντ Τραμπ. Με τις αμερικανικές εκλογές του Νοεμβρίου να πλησιάζουν και το ντίζελ να καίει τις τσέπες των ψηφοφόρων, στράφηκε στον Βλαντίμιρ Πούτιν. Η συμφωνία που ανακοίνωσε προβλέπει αρχικά περισσότερους από 300.000 τόνους ρωσικού ντίζελ στις αγορές και επιπλέον παραδόσεις αργότερα. Για να προχωρήσει, η Ουάσιγκτον χαλάρωσε προσωρινά σχετικές κυρώσεις.
Εδώ αρχίζουν οι πραγματικά δύσκολες ερωτήσεις. Τόσα χρόνια η Δύση λέει πως τα ενεργειακά έσοδα βοηθούν τη Ρωσία να χρηματοδοτεί τον πόλεμο στην Ουκρανία. Τώρα η ίδια η Αμερική ανοίγει μια πόρτα που μέχρι χθες κρατούσε κλειστή. Μπορεί να υπάρχει οικονομική εξήγηση. Πολιτικά, όμως, το μήνυμα μπερδεύει.
Και δεν είναι βέβαιο ότι ο καταναλωτής θα δει την ανακούφιση που του υπόσχονται. Αναλυτές εκτιμούν πως οι ποσότητες δεν αρκούν για να αλλάξουν ουσιαστικά τη διεθνή αγορά. Η κρίση δεν γεννήθηκε από μία μόνο έλλειψη. Πόλεμοι, χτυπήματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και προβλήματα στις μεταφορές έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα.
Στις Βρυξέλλες, λοιπόν, δεν συζητούν μόνο για βαρέλια και τόνους. Συζητούν για εμπιστοσύνη. Πώς ζητάς από τους Ευρωπαίους να αντέξουν το κόστος των κυρώσεων, όταν ο σημαντικότερος σύμμαχός τους επιλέγει εξαίρεση; Από την άλλη, πώς αγνοείς τις οικογένειες και τις επιχειρήσεις που δεν αντέχουν άλλη ακρίβεια;
Η ευρωπαϊκή απάντηση, μέχρι στιγμής, είναι να διατηρηθεί η πίεση προς τη Μόσχα. Και αυτή η στάση έχει λογική, αρκεί να συνοδεύεται από πρακτικές λύσεις. Δεν γίνεται να μιλάμε διαρκώς για ενεργειακή αυτονομία και να αφήνουμε τη βιομηχανία να αγωνιά για το αυριανό της κόστος.
Στην Ελλάδα η συζήτηση είναι ακόμη πιο συγκεκριμένη. Ο μεταφορέας που γεμίζει το φορτηγό, ο αγρότης που δουλεύει το χωράφι, ο επαγγελματίας που περιμένει παραδόσεις, δεν παρακολουθούν τις δηλώσεις Τραμπ και Πούτιν σαν τηλεοπτικό θέαμα. Περιμένουν να δουν τι θα πληρώσουν. Αν πέσει πραγματικά το κόστος του ντίζελ, θα ανασάνουν. Αν όχι, η πίεση θα περάσει ξανά στις τιμές των προϊόντων.
Η κυβέρνηση οφείλει επίσης να ελέγχει αν τυχόν μειώσεις των διεθνών τιμών φτάνουν έγκαιρα στην αντλία. Γιατί έχουμε ζήσει πολλές φορές το παράδοξο: οι αυξήσεις να περνούν αμέσως στον καταναλωτή και οι μειώσεις να χρειάζονται εβδομάδες. Εκεί κρίνεται τελικά η καθημερινότητα, όχι στις φωτογραφίες των ηγετών.
Υπάρχουν βέβαια και η ναυτιλία, ο τουρισμός, τα ελληνικά διυλιστήρια. Κλάδοι που χρειάζονται σταθερότητα, όχι καθημερινές ανατροπές. Η χώρα μας πρέπει να στηρίξει την κοινή ευρωπαϊκή γραμμή, απαιτώντας μέτρα προστασίας της οικονομίας.
Το πρόβλημα δεν λύνεται με χειροκροτήματα ούτε με εύκολες καταγγελίες. Αν η Ευρώπη θέλει να έχει λόγο στις εξελίξεις, πρέπει να μπορεί να στηρίζει τις επιλογές της και οικονομικά. Διαφορετικά, θα αποφασίζουν άλλοι για την ενέργεια και οι Ευρωπαίοι θα μετρούν το κόστος.
Και τότε, όποιος κι αν πανηγυρίζει για τη συμφωνία, ο λογαριασμός θα φτάνει πάντα στον ίδιο άνθρωπο: εκείνον που πληρώνει.

