Η Βουλιαγμένη πάντα καμαρώνει τα παιδιά της. Η δική μας Γιούλη Λαρά, γηγενής Βουλιαγμενιώτισσα και ασημένια Ολυμπιονίκης, φιλοξενείται στο κανάλι της Ντορέττας Παπαδημητρίου σε μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη γεμάτη εμπειρίες, συναισθήματα και στιγμές από μια ξεχωριστή πορεία.
Περίπου 20 χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 στην Αθήνα, μέσα από την εκπομπή “Game On With Doretta” στο YouTube, η σπουδαία αθλήτρια φώτισε τις αθέατες πλευρές του υγρού στίβου. Σε μια αποκαλυπτική συζήτηση, ανέδειξε την τεράστια προσπάθεια πίσω από τα ολυμπιακά μετάλλια, τις δυσκολίες του πρωταθλητισμού, αλλά και τα εμπόδια που συναντούν οι γυναίκες στον ελληνικό αθλητισμό.
Το «άθλημα του βεγγαλικού» Απαντώντας στο πώς μια ομάδα με παγκόσμια, ευρωπαϊκά και ολυμπιακά μετάλλια δεν έχει την αναγνώριση που της αρμόζει, η Γιούλη Λαρά αποκάλεσε το πόλο «άθλημα της φωτοβολίδας» ή «του βεγγαλικού». Όπως εξήγησε, η προβολή των τεράστιων επιτυχιών έχει εξαιρετικά σύντομη διάρκεια. Όταν η εθνική ομάδα κατακτά ένα μετάλλιο, ο ενθουσιασμός διαρκεί μόλις τρεις ημέρες. Μέσα σε αυτό το ελάχιστο διάστημα, οι δημοσιογράφοι υποδέχονται τις αθλήτριες στο αεροδρόμιο για συνεντεύξεις, αλλά μόλις περάσουν αυτές οι μέρες, «όλα σοπαίνουν» και οι ίδιοι άνθρωποι συχνά ξεχνούν ακόμα και τα ονόματά τους.
Η αθλήτρια τόνισε ότι κάθε τέτοιο βεγγαλικό φέρει πάνω του το εθνόσημο. Παρά το γεγονός ότι οι αθλητές του πόλο έχουν ανάψει περίπου 60 τέτοια βεγγαλικά (κατακτώντας ισάριθμα μετάλλια), η κοινωνία και τα μέσα ενημέρωσης σπάνια αναζητούν να μάθουν το πώς τα κατάφεραν. Η ίδια αποδίδει το φαινόμενο στη μη σωστή τηλεοπτική και χορηγική προβολή της σκληρής καθημερινότητας των αθλητών, γεγονός που διαιωνίζει έναν φαύλο κύκλο απουσίας χορηγών και μειωμένης τηλεθέασης. Η κατάσταση αυτή έχει άμεσο αντίκτυπο και στις οικονομικές απολαβές, με την αθλήτρια να επιβεβαιώνει πως υπάρχει τεράστια ψαλίδα ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες.
Η μάχη με τα κιλά Μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές της συνέντευξης ήταν η εξομολόγηση για την πίεση γύρω από το σωματικό της βάρος, που αποτέλεσε το βασικότερο πρόβλημά της σε όλη της την καριέρα. Ως φουνταριστή, έπρεπε να παλεύει στο νερό με αντίπαλες που συχνά ζύγιζαν 120 κιλά και είχαν ύψος 1,90 μ., γεγονός που απαιτούσε τεράστια σωματική δύναμη και διατήρηση μεγαλύτερου όγκου. Η σύγκρουση ανάμεσα στο πώς έπρεπε να είναι το σώμα της για τις ανάγκες του αθλήματος και στο πώς ήθελε η ίδια, την οδήγησε σε αποξένωση, σε σημείο να δηλώνει ότι «δεν ένιωθε το σώμα της».
Η κατάσταση αυτή εξελίχθηκε σε ένα ψυχοφθόρο και μόνιμο “roller coaster“, καθώς δεχόταν αντικρουόμενες πιέσεις: είτε να πάρει βάρος για να αντέχει στην πισίνα, είτε να αδυνατίσει. Η πίεση γιγαντωνόταν από τη μοναξιά, καθώς ένιωθε εντελώς μόνη της σε αυτή τη μάχη. Παρά το ολυμπιακό επίπεδο στο οποίο αγωνιζόταν, δεν υπήρχε εξειδικευμένος διατροφολόγος στην ομάδα για να την καθοδηγεί επιστημονικά. Αυτή η μακροχρόνια καταπίεση της δημιούργησε ένα διαρκές αίσθημα πείνας, το οποίο ένιωθε «από την κούνια της».
Μόλις σταμάτησε τον αθλητισμό, η τεράστια ψυχολογική στέρηση λειτούργησε αντίστροφα. Στο μυαλό της ήχησε η φράση «τώρα φάτε ελεύθερα», με αποτέλεσμα να στραφεί με λαιμαργία στο έτοιμο φαγητό και τα γλυκά, παίρνοντας 25 κιλά. Η λύτρωση στην ψυχολογία και τη ζωή της ήρθε πριν από περίπου τρία χρόνια με μια επέμβαση πτύχωσης στομάχου. Τη χαρακτηρίζει ως «το καλύτερο δώρο στον εαυτό της», αφού σταμάτησε επιτέλους να πεινάει, έχασε 28 κιλά και άλλαξε ολοκληρωτικά η σχέση της με το φαγητό.
Παράλληλα, η Γιούλη Λαρά μίλησε ανοιχτά για τη δυσκολότερη περίοδο της ζωής της, όταν έχασε τη μητέρα της. Το τραγικό αυτό γεγονός την οδήγησε στην ψυχοθεραπεία προκειμένου να καταφέρει να σταθεί ξανά στα πόδια της και να βρει τη δύναμη να αγωνιστεί στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα.
Ο ανοιχτός λογαριασμός του 2004 Σήμερα, έχοντας αφήσει τον πρωταθλητισμό, η ίδια παραμένει άκρως δημιουργική ως συνιδρύτρια της εταιρείας “One Zipper“. Η επιχείρηση εισήγαγε στην Ελλάδα τις πρωτοποριακές, εξαιρετικά απορροφητικές πετσέτες μικροϊνών (microfiber), μια ιδέα που γεννήθηκε από τις δικές της βιωματικές ανάγκες, όταν παρατήρησε αντίστοιχα υφάσματα να χρησιμοποιούνται από τις Ιταλίδες αντιπάλους της το 2004.
Κλείνοντας το αφιέρωμα, στο στούντιο έκαναν την εμφάνισή τους το ασημένιο ολυμπιακό και το χρυσό παγκόσμιο μετάλλιο. Ήταν η στιγμή που η αθλήτρια προχώρησε σε μια αφοπλιστική εξομολόγηση για τον χαμένο τελικό των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Όπως αποκάλυψε, αρνείται να ξαναδεί το βίντεο εκείνου του αγώνα, επειδή η ήττα την πονάει ακόμα πάρα πολύ, ακόμα και πάνω από 20 χρόνια αργότερα. Εξήγησε ότι, σε αντίθεση με άλλους αγώνες της καριέρας της όπου ένα λάθος μπορεί να διορθωθεί στην επόμενη αναμέτρηση, η απώλεια αυτού του ολυμπιακού τελικού είναι ένα μη αναστρέψιμο γεγονός.
Ο πόνος που συνδέεται με αυτή την ανάμνηση είναι τόσο έντονος, που η ίδια δήλωσε χαρακτηριστικά πως δεν θα έβλεπε τον αγώνα «ούτε με χειροπέδες» και ότι αρνείται να τον δει μέχρι το τέλος της ζωής της. Αυτό, μάλιστα, που κάνει την κατάσταση ακόμα πιο οδυνηρή για να την αποδεχτεί, είναι η δική της διαύγεια και ειλικρίνεια απέναντι στο ματς: αναγνωρίζει ξεκάθαρα ότι η ιταλική ομάδα άξιζε τη νίκη, καθώς οι αντίπαλές της ήταν καλύτερες στα καθοριστικά σημεία που έκριναν την αναμέτρηση.
Παρά τον πόνο αυτής της απώλειας ωστόσο, κοιτάζοντας το μετάλλιό της, η σπουδαία αθλήτρια δήλωσε γεμάτη υπερηφάνεια πως ένα πράγμα δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ: «Μέχρι να πεθάνω θα είμαι μία ασημένια Ολυμπιονίκης».


