Άρθρο του Παναγιώτη Κόνσουλα,
Οικονομολόγου-Πολιτικού Επιστήμονα
Ακούστε αυτό το άρθρο
Τα fake news δεν είναι πια ένα περιθωριακό φαινόμενο της ψηφιακής εποχής. Έχουν εξελιχθεί σε ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία επιρροής της κοινής γνώμης, διαμορφώνοντας αντιλήψεις, ενισχύοντας προκαταλήψεις και, σε πολλές περιπτώσεις, αλλοιώνοντας την ίδια την πραγματικότητα. Σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία ταξιδεύει ταχύτερα από ποτέ, το ψέμα συχνά προηγείται της αλήθειας, κατακτώντας έδαφος πριν καν υπάρξει δυνατότητα αντίδρασης.
Η διάδοση των fake news δεν είναι τυχαία. Βασίζεται σε έναν απλό αλλά αποτελεσματικό μηχανισμό: το συναίσθημα. Όσο πιο έντονο είναι το περιεχόμενο — είτε προκαλεί οργή, φόβο ή ενθουσιασμό — τόσο πιο εύκολα γίνεται viral. Οι αλγόριθμοι των κοινωνικών δικτύων ενισχύουν αυτή τη δυναμική, προωθώντας περιεχόμενο που προκαλεί αλληλεπίδραση, ανεξαρτήτως της αξιοπιστίας του. Έτσι, το ψευδές αποκτά πλεονέκτημα απέναντι στο αληθινό.
Οι συνέπειες είναι βαθιές και πολυεπίπεδες. Τα fake news δεν επηρεάζουν μόνο την ενημέρωση, αλλά διαβρώνουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, στα μέσα ενημέρωσης και τελικά μεταξύ τους. Δημιουργούν ένα περιβάλλον αμφισβήτησης, όπου τίποτα δεν θεωρείται βέβαιο και όλα μπορούν να παρουσιαστούν ως «μια άποψη». Σε αυτό το τοπίο, η αλήθεια χάνει την αντικειμενικότητα της και μετατρέπεται σε ζήτημα προσωπικής ερμηνείας.
Ωστόσο, η ευθύνη δεν ανήκει μόνο σε όσους κατασκευάζουν ψευδείς ειδήσεις. Ανήκει και σε εκείνους που τις αναπαράγουν άκριτα. Κάθε κοινοποίηση, κάθε like, κάθε σχόλιο λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της παραπληροφόρησης. Η ταχύτητα με την οποία καταναλώνουμε την πληροφορία συχνά δεν αφήνει χώρο για έλεγχο και διασταύρωση, με αποτέλεσμα το ψέμα να παγιώνεται ως «γεγονός».
Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί μια πιο σύνθετη προσέγγιση. Δεν μπορεί να περιοριστεί σε απαγορεύσεις ή λογοκρισία, καθώς κάτι τέτοιο θα έθετε σε κίνδυνο θεμελιώδεις ελευθερίες. Αντίθετα, χρειάζεται ενίσχυση της παιδείας, καλλιέργεια κριτικής σκέψης και ενδυνάμωση της ποιοτικής δημοσιογραφίας. Οι πολίτες πρέπει να μάθουν να αξιολογούν την πληροφορία, να αναζητούν πηγές και να μην αποδέχονται άκριτα ό,τι εμφανίζεται στην οθόνη τους.
Ταυτόχρονα, τα μέσα ενημέρωσης οφείλουν να αναλάβουν τον ρόλο τους με μεγαλύτερη υπευθυνότητα. Η μάχη για τα clicks δεν μπορεί να υπερισχύει της αξιοπιστίας.
Η δημοσιογραφία οφείλει να επανέλθει στις βασικές της αρχές: έλεγχος, διασταύρωση και αντικειμενικότητα. Μόνο έτσι μπορεί να ανακτηθεί η χαμένη εμπιστοσύνη του κοινού. Στην πραγματικότητα, το ζήτημα των fake news είναι βαθιά δημοκρατικό. Όταν η δημόσια συζήτηση βασίζεται σε ψευδείς ή παραποιημένες πληροφορίες, τότε οι αποφάσεις που λαμβάνονται δεν είναι πραγματικά ελεύθερες. Η χειραγώγηση της πληροφορίας οδηγεί αναπόφευκτα σε χειραγώγηση της κοινωνίας.
Το πραγματικό διακύβευμα, λοιπόν, δεν είναι απλώς η καταπολέμηση των fake news, αλλά η προστασία της ίδιας της αλήθειας. Σε έναν κόσμο όπου όλοι μπορούν να γίνουν πομποί πληροφορίας, η ευθύνη γίνεται συλλογική.
Η επιλογή του τι διαβάζουμε, τι πιστεύουμε και τι διαδίδουμε καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα της δημόσιας ζωής. Αν θέλουμε μια κοινωνία ενημερωμένη και ώριμη, οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε τα fake news όχι ως ένα προσωρινό πρόβλημα, αλλά ως μια μόνιμη πρόκληση. Και να υπερασπιστούμε την αλήθεια όχι μόνο με λόγια, αλλά με πράξεις, κάθε μέρα. Χωρίς αυτή τη στάση, η παραπληροφόρηση θα συνεχίσει να κερδίζει έδαφος και να διαμορφώνει συνειδήσεις χωρίς ουσιαστική αντίσταση.


