Γράφει ο Παναγιώτης Κόνσουλας,
Οικονομολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας
Οικονομολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας
Η πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης αποτελεί σήμερα ένα από τα κρισιμότερα πολιτικά φαινόμενα της ελληνικής δημόσιας ζωής. Σε μια περίοδο έντονων κοινωνικών πιέσεων, οικονομικής αβεβαιότητας και γεωπολιτικών προκλήσεων, η απουσία ενός συνεκτικού, πειστικού και ενιαίου αντιπολιτευτικού λόγου λειτουργεί ως παράγοντας αποδυνάμωσης της δημοκρατικής ισορροπίας. Η αντιπολίτευση, αντί να συγκροτεί εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, κατακερματίζεται σε κόμματα, κινήσεις και προσωποκεντρικούς σχηματισμούς που συχνά αδυνατούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.
Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο, ωστόσο τα τελευταία χρόνια έχει ενταθεί. Ιδεολογικές αποστάσεις, προσωπικές φιλοδοξίες, στρατηγικές διαφωνίες και τραύματα του παρελθόντος συνθέτουν ένα μωσαϊκό εσωτερικών αντιπαραθέσεων. Αντί για προγραμματικές συγκλίσεις, κυριαρχούν οι αλληλοκατηγορίες, οι διασπάσεις και η καχυποψία. Το αποτέλεσμα είναι μια εικόνα πολιτικής ασυνεννοησίας που δυσκολεύεται να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στους πολίτες.
Η πολυδιάσπαση αυτή έχει άμεσες συνέπειες στο εκλογικό σώμα. Ένα μέρος των ψηφοφόρων επιλέγει την αποχή, θεωρώντας ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική. Άλλοι μετακινούνται ευκαιριακά, χωρίς σταθερό πολιτικό προσανατολισμό, ενισχύοντας την αστάθεια. Σε αυτό το περιβάλλον, η κυβερνητική παράταξη απολαμβάνει το πλεονέκτημα της συνοχής, ακόμη και όταν δέχεται κριτική για πολιτικές επιλογές ή θεσμικές πρακτικές.
Παράλληλα, η πολυδιάσπαση δυσχεραίνει και τον κοινοβουλευτικό έλεγχο. Όταν η αντιπολίτευση δεν μιλά με καθαρή φωνή, οι παρεμβάσεις της χάνουν τη δυναμική τους. Η κριτική αποσπασματοποιείται, τα μηνύματα δεν αποκτούν μαζική απήχηση και οι κοινωνικές διεκδικήσεις δεν βρίσκουν ισχυρό πολιτικό εκφραστή. Έτσι, η πολιτική αντιπαράθεση συχνά περιορίζεται σε επικοινωνιακές εντυπώσεις, αντί για ουσιαστικό διάλογο.
Το ζητούμενο δεν είναι η τεχνητή ομογενοποίηση ούτε η κατάργηση των ιδεολογικών διαφορών. Η δημοκρατία άλλωστε προϋποθέτει πλουραλισμό. Όμως, η ελάχιστη συνεννόηση σε βασικούς άξονες πολιτικής, η διαμόρφωση κοινών προγραμματικών στόχων και ο σεβασμός στον θεσμικό ρόλο της αντιπολίτευσης αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για μια υγιή πολιτική ζωή. Χωρίς αυτά, η πολυδιάσπαση κινδυνεύει να μετατραπεί από έκφραση δημοκρατικής ποικιλίας σε μόνιμο σύμπτωμα πολιτικής αδυναμίας.
Η ευθύνη για αυτή την κατάσταση δεν βαραίνει μόνο τα κόμματα, αλλά και το ευρύτερο πολιτικό οικοσύστημα. Τα μέσα ενημέρωσης συχνά προβάλλουν τη σύγκρουση αντί της σύνθεσης, ενώ τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν τον κατακερματισμό μέσω απλουστευτικών αφηγήσεων και προσωποποιημένων αντιπαραθέσεων. Παράλληλα, η έλλειψη εσωκομματικής δημοκρατίας σε αρκετούς σχηματισμούς οδηγεί σε αποχωρήσεις και νέες διασπάσεις, αναπαράγοντας έναν φαύλο κύκλο. Αν δεν υπάρξει συνειδητή προσπάθεια υπέρβασης, η αντιπολίτευση θα συνεχίσει να λειτουργεί αντιδραστικά, αντί δημιουργικά. Σε μια χώρα που έχει βιώσει βαθιές κρίσεις, η ανάγκη για σοβαρό, τεκμηριωμένο και ενωτικό αντίλογο είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Η ανασυγκρότηση της αντιπολίτευσης δεν αποτελεί κομματικό αίτημα, αλλά δημοκρατική αναγκαιότητα, που αφορά τη σταθερότητα των θεσμών, την ποιότητα της διακυβέρνησης και, τελικά, την εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα.
Χωρίς αυτή την ανασυγκρότηση, η πολιτική συζήτηση θα παραμένει φτωχή, οι ανισότητες θα διευρύνονται και οι αποφάσεις θα λαμβάνονται χωρίς ουσιαστικό αντίβαρο. Η ιστορία δείχνει ότι ισχυρές δημοκρατίες απαιτούν ισχυρή αντιπολίτευση. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν μπορεί να υπάρξει σύγκλιση, αλλά αν υπάρχει η βούληση να τεθεί το συλλογικό συμφέρον πάνω από το κομματικό. Από αυτή την επιλογή θα κριθεί όχι μόνο το μέλλον της αντιπολίτευσης, αλλά και η ποιότητα της ίδιας της δημοκρατίας μας συνολικά. Σε μια συγκυρία που απαιτεί ευθύνη, ωριμότητα και πολιτικό θάρρος.



