Γράφει ο Παναγιώτης Κόνσουλας,
Οικονομολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας
Ακούστε αυτό το άρθρο
Το ιδιωτικό χρέος αποτελεί σήμερα μία από τις μεγαλύτερες πληγές της ελληνικής κοινωνίας. Χιλιάδες οικογένειες, επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις εξακολουθούν να παλεύουν καθημερινά με οφειλές που δημιουργήθηκαν μέσα στα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης, της πανδημίας και της ενεργειακής αναταραχής. Για πολλούς συμπολίτες μας, το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι η αγωνία για το σπίτι τους, η επιβίωση της επιχείρησής τους και η προσπάθεια να σταθούν ξανά στα πόδια τους.
Η Κυβέρνηση τα τελευταία χρόνια έχει προχωρήσει σε σημαντικές πρωτοβουλίες προς τη σωστή κατεύθυνση. Οι βελτιώσεις στον εξωδικαστικό μηχανισμό, η διεύρυνση των δικαιούχων, η επιτάχυνση των διαδικασιών και η αύξηση των επιτυχημένων ρυθμίσεων αποδεικνύουν ότι υπάρχει πολιτική βούληση για την αντιμετώπιση ενός σύνθετου προβλήματος. Πρόκειται για παρεμβάσεις που έχουν ήδη δώσει ανάσα σε χιλιάδες οφειλέτες και έχουν συμβάλει στη δημιουργία ενός πιο λειτουργικού πλαισίου διαχείρισης χρεών.
Όμως η πραγματικότητα δείχνει ότι υπάρχουν ακόμη ανοιχτά ζητήματα που απαιτούν γενναίες αποφάσεις. Ένα από αυτά αφορά τη λειτουργία των funds που απέκτησαν τα προηγούμενα χρόνια μεγάλα χαρτοφυλάκια κόκκινων δανείων. Είναι γνωστό ότι τα συγκεκριμένα δάνεια αγοράστηκαν σε τιμές που σε πολλές περιπτώσεις αντιστοιχούσαν σε ένα μικρό ποσοστό της ονομαστικής τους αξίας. Παρ’ όλα αυτά, αρκετοί δανειολήπτες βρίσκονται σήμερα αντιμέτωποι με απαιτήσεις που όχι μόνο δεν αντανακλούν αυτή την πραγματικότητα, αλλά συχνά επιβαρύνονται από τόκους, προσαυξήσεις και χρεώσεις που καθιστούν αδύνατη οποιαδήποτε βιώσιμη διευθέτηση.
Ο μέσος πολίτης εύλογα αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν ένα δάνειο που άλλαξε χέρια με τόσο μεγάλη έκπτωση να συνεχίζει να διεκδικείται σαν να μην έχει μεσολαβήσει τίποτα. Η κοινωνία δεν ζητά χαριστικές λύσεις. Ζητά κανόνες δικαιοσύνης, λογικής και αναλογικότητας. Ζητά μια δεύτερη ευκαιρία για όσους πραγματικά θέλουν να ρυθμίσουν και να αποπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.
Οι πρόσφατες εξελίξεις γύρω από τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και των επιβαρύνσεων αποδεικνύουν ότι το θεσμικό πλαίσιο χρειάζεται διαρκή παρακολούθηση και βελτίωση. Όταν μια οφειλή διογκώνεται σε βαθμό που χάνει κάθε επαφή με την οικονομική πραγματικότητα, τότε η ρύθμιση μετατρέπεται σε αδιέξοδο και όχι σε λύση. Η επιτυχία μιας πολιτικής δεν κρίνεται μόνο από το πόσα χρήματα εισπράττονται, αλλά και από το πόσοι πολίτες μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους χωρίς να οδηγούνται σε οικονομική ασφυξία.
Γι’ αυτό οι κυβερνητικές παρεμβάσεις δεν πρέπει να σταματήσουν εδώ. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός χρειάζεται περαιτέρω ενίσχυση, μεγαλύτερη ευελιξία και ακόμη πιο αποτελεσματικές δικλίδες προστασίας για τους συνεπείς οφειλέτες. Παράλληλα, απαιτείται συνεχής έλεγχος των πρακτικών που εφαρμόζονται στην αγορά διαχείρισης απαιτήσεων, ώστε να αποκαθίσταται η ισορροπία ανάμεσα στην είσπραξη των οφειλών και στην κοινωνική δικαιοσύνη.
Η αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους δεν είναι μόνο οικονομικός στόχος. Συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη, την αγορά, την επιχειρηματικότητα και την αξιοποίηση της ιδιωτικής περιουσίας. Μια οικονομία δεν μπορεί να προχωρήσει όταν χιλιάδες πολίτες παραμένουν εγκλωβισμένοι σε χρέη χωρίς ρεαλιστική προοπτική διευθέτησης. Η χώρα χρειάζεται ενεργούς πολίτες, βιώσιμες επιχειρήσεις και ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα που θα λειτουργεί με κανόνες αλλά και με αίσθημα δικαιοσύνης. Και αυτή η προσπάθεια οφείλει να συνεχιστεί μέχρι να δοθεί μια πραγματικά δίκαιη λύση για όλους τους Έλληνες πολίτες σήμερα.



