
Γράφει ο Παναγιώτης Κόνσουλας,
Οικονομολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας
Ακούστε αυτό το άρθρο
Το ερώτημα ακούγεται απλό. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι ίσως το πιο ουσιαστικό ερώτημα που θα κληθούν να απαντήσουν οι πολίτες όταν έρθει η ώρα της κάλπης. Γιατί άλλο πράγμα είναι να διαμαρτύρεσαι για μια κυβέρνηση και εντελώς διαφορετικό να εμπιστεύεσαι σε κάποιον τη διακυβέρνηση της χώρας.
Στη δημόσια συζήτηση περισσεύουν οι υποψήφιοι σωτήρες. Πολιτικοί αρχηγοί, νέα πρόσωπα, παλαιότεροι πρωταγωνιστές και σχηματισμοί που επιχειρούν να εκφράσουν τη δυσαρέσκεια. Όλοι έχουν δικαίωμα να διεκδικούν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Το πραγματικό ζήτημα ωστόσο, δεν είναι ποιος επιθυμεί να γίνει πρωθυπουργός, αλλά με ποιες προϋποθέσεις μπορεί να κυβερνήσει.
Το Σύνταγμα δίνει τη θεσμική απάντηση. Πρωθυπουργός αναδεικνύεται μέσα από τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, με καθοριστικό στοιχείο τη δυνατότητα μιας κυβέρνησης να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Η πολιτική απάντηση είναι πιο σύνθετη. Απαιτεί πρόγραμμα, στελέχη, σχέδιο εφαρμογής, γνώση των διεθνών συσχετισμών και κυρίως την ικανότητα να λαμβάνονται δύσκολες αποφάσεις.
Η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε απομονωμένο περιβάλλον. Η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά, το στεγαστικό δοκιμάζει τις νεότερες γενιές, η ενέργεια παραμένει κρίσιμος παράγοντας για την οικονομία και οι γεωπολιτικές εξελίξεις απαιτούν διαρκή εγρήγορση. Σε τέτοιες συνθήκες, η πρωθυπουργία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τηλεοπτικός διαγωνισμός δημοφιλίας.
Από την άλλη πλευρά, ούτε η κυβερνητική εμπειρία αποτελεί λευκή επιταγή. Όποιος ασκεί εξουσία οφείλει να λογοδοτεί για τις επιλογές, τις καθυστερήσεις και τα λάθη του. Η σταθερότητα έχει αξία όταν συνοδεύεται από αποτελέσματα, κοινωνική δικαιοσύνη και καθημερινή βελτίωση της ζωής των πολιτών. Διαφορετικά κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα βολικό σύνθημα χωρίς αντίκρισμα.
Αντίστοιχα, η αντιπολίτευση δεν αρκεί να καταγγέλλει. Χρειάζεται να εξηγεί τι ακριβώς θα αλλάξει, πόσο θα κοστίσει, από πού θα βρεθούν οι πόροι και ποιοι άνθρωποι θα αναλάβουν την ευθύνη. Η κριτική είναι αναγκαία στη δημοκρατία. Δεν υποκαθιστά όμως ένα ολοκληρωμένο κυβερνητικό σχέδιο.
Ιδιαίτερα σήμερα, οι πολίτες έχουν κάθε λόγο να ζητούν λιγότερη επικοινωνία και περισσότερη ουσία. Να εξετάζουν όχι μόνο τις εξαγγελίες, αλλά και τη συνέπεια ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις. Να αναρωτιούνται ποιος παρουσιάζει εφαρμόσιμες λύσεις για την υγεία, την παιδεία, την ασφάλεια και την οικονομία. Και να θυμούνται ότι η πολιτική ευθύνη δεν εξαντλείται στην εκλογική βραδιά. Αρχίζει ουσιαστικά την επόμενη ημέρα, όταν οι υποσχέσεις συναντούν τους περιορισμούς της πραγματικότητας και οι αποφάσεις επηρεάζουν εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές σε ολόκληρη τη χώρα μας.
Υπάρχει και μια ακόμη παράμετρος που συχνά παραβλέπουμε: η δυνατότητα συνεννόησης. Αν οι κάλπες δεν δώσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση, οι πολιτικές δυνάμεις θα κληθούν να απαντήσουν όχι μόνο με ποιους διαφωνούν, αλλά και πάνω σε ποιες αρχές μπορούν να συνεργαστούν. Οι προσωπικές φιλοδοξίες τότε θα δοκιμαστούν απέναντι στην ανάγκη θεσμικής συνέχειας.
Επομένως, το ερώτημα «ποιος μπορεί να γίνει πρωθυπουργός;» δεν πρέπει να περιορίζεται στα ονόματα. Πρέπει να αφορά τις δεσμεύσεις, την αξιοπιστία, την ομάδα και την ικανότητα διακυβέρνησης. Ο πολίτης δικαιούται να απαιτεί συγκεκριμένες απαντήσεις, όχι απλώς ευχάριστες υποσχέσεις.
Στο τέλος, η κάλπη δεν απονέμει βραβείο στον πιο θορυβώδη ούτε στον πιο επικοινωνιακό. Διαμορφώνει κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και καθορίζει ποιος μπορεί να αναλάβει ευθύνη. Και αυτή είναι μια επιλογή που αξίζει να γίνεται με σκέψη, σύγκριση και πλήρη επίγνωση των συνεπειών της.

