Γράφει ο Παναγιώτης Κόνσουλας,
Οικονομολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας
Ακούστε αυτό το άρθρο
Κάθε Αύγουστο η Ελλάδα αλλάζει ρυθμό. Οι δρόμοι των πόλεων αδειάζουν, τα λιμάνια γεμίζουν, οι φωτογραφίες από τα νησιά πλημμυρίζουν τις οθόνες μας και δημιουργείται η εντύπωση ότι ολόκληρη η χώρα βρίσκεται σε διακοπές. Η πραγματικότητα, όμως, είναι διαφορετική. Πίσω από την ανέμελη εικόνα υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας που μένει σπίτι, όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη.
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat είναι αποκαλυπτικά. Το 46,6% των Ελλήνων δήλωσε ότι δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά ούτε μία εβδομάδα διακοπών τον χρόνο. Σχεδόν ένας στους δύο. Πρόκειται για αριθμό που δύσκολα συμβιβάζεται με την εικόνα μιας χώρας η οποία καταγράφει συνεχώς νέα τουριστικά ρεκόρ.
Ο τουρισμός είναι ασφαλώς μία από τις μεγαλύτερες δυνάμεις της οικονομίας μας. Δημιουργεί θέσεις εργασίας, στηρίζει χιλιάδες επιχειρήσεις, φέρνει έσοδα και κρατά ζωντανές πολλές περιοχές. Δεν έχει νόημα να αντιμετωπίζουμε την επιτυχία του με καχυποψία. Έχει νόημα, όμως, να αναρωτηθούμε αν ένα μέρος αυτής της επιτυχίας επιστρέφει πραγματικά στην ελληνική οικογένεια.
Για έναν εργαζόμενο, έναν συνταξιούχο ή ένα ζευγάρι με παιδιά, λίγες ημέρες μακριά από το σπίτι έχουν γίνει πλέον δύσκολη εξίσωση. Στο κόστος της διαμονής προστίθενται τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια, τα καύσιμα, το φαγητό και οι καθημερινές μικρές δαπάνες. Ακόμη και μια σύντομη απόδραση απαιτεί προγραμματισμό μηνών ή θυσίες από άλλες βασικές ανάγκες. Οι διακοπές, από δικαίωμα στην ξεκούραση, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε προνόμιο.
Το παράδοξο γίνεται εντονότερο όταν βλέπουμε προορισμούς γεμάτους ξένους επισκέπτες, ενώ οι κάτοικοι της ηπειρωτικής χώρας διστάζουν να αγοράσουν ένα ακτοπλοϊκό εισιτήριο. Δεν ευθύνονται οι επαγγελματίες που επίσης αντιμετωπίζουν αυξημένα λειτουργικά έξοδα, ούτε λύνεται το ζήτημα με εύκολες καταγγελίες. Απαιτείται συνεννόηση κράτους, μεταφορικών εταιρειών και τουριστικής αγοράς, ώστε να διαμορφωθούν πακέτα πραγματικά προσιτά για τις ελληνικές οικογένειες. Ένας υγιής τουρισμός πρέπει να είναι κερδοφόρος, ποιοτικός και ταυτόχρονα δεμένος με τις ανάγκες της κοινωνίας και με την καθημερινότητα των πολιτών της.
Το νέο πρόγραμμα «Τουρισμός για Όλους», με ενισχύσεις που φτάνουν έως τα 600 ευρώ, κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Προσφέρει πραγματική ανάσα σε αρκετούς συμπολίτες μας και ταυτόχρονα ενθαρρύνει τα ταξίδια εκτός της περιόδου αιχμής. Ωστόσο, κανένα επίδομα δεν μπορεί από μόνο του να λύσει ένα βαθύτερο πρόβλημα: τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο κόστος ζωής και στο διαθέσιμο εισόδημα.
Χρειάζεται πιο σταθερή πολιτική για τον εσωτερικό τουρισμό. Περισσότερες επιλογές κοινωνικού τουρισμού, κίνητρα για οικονομικότερες τιμές εκτός Αυγούστου, καλύτερες συγκοινωνίες και ουσιαστικός έλεγχος στις υπερβολικές χρεώσεις. Κυρίως, όμως, χρειάζονται μισθοί και εισοδήματα που θα επιτρέπουν στους πολίτες να ζουν, όχι απλώς να καλύπτουν λογαριασμούς.
Η ξεκούραση δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη για τον άνθρωπο που εργάζεται όλο τον χρόνο, για την οικογένεια που θέλει να περάσει λίγες ημέρες μαζί, για το παιδί που δικαιούται να γνωρίσει τη χώρα του.
Η Ελλάδα μπορεί να συνεχίσει να υποδέχεται εκατομμύρια επισκέπτες και να χαίρεται για την επιτυχία της. Αλλά το πραγματικό στοίχημα είναι άλλο: να μη νιώθει ο Έλληνας ξένος στον ίδιο του τον τόπο. Και η πιο ουσιαστική τουριστική επιτυχία θα έρθει όταν οι όμορφες γωνιές της πατρίδας μας θα είναι προσιτές όχι μόνο στους επισκέπτες, αλλά και στους ανθρώπους που ζουν και εργάζονται εδώ.

