Γράφει ο Παναγιώτης Κόνσουλας,
Οικονομολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας
Η πρόσφατη συνάντηση μεταξύ του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αποτέλεσε ένα ακόμη επεισόδιο σε μια μακρά και συχνά ταραχώδη ελληνοτουρκική διαδρομή. Πριν ακόμη οι δύο ηγέτες καθίσουν στο ίδιο τραπέζι, οι γνωστοί «καλοθελητές» είχαν ήδη εκδώσει ετυμηγορία. Άλλοι προέβλεπαν υποχωρήσεις, άλλοι επικοινωνιακή παγίδα, άλλοι μια νέα περίοδο έντασης. Η πραγματικότητα, ωστόσο, αποδείχθηκε πιο σύνθετη και –για πολλούς– λιγότερο δραματική από τις προφητείες τους.
Η πολιτική, ιδίως στα εθνικά θέματα, δεν προσφέρεται για εύκολες προβλέψεις. Οι ισορροπίες διαμορφώνονται μέσα από συσχετισμούς ισχύος, γεωπολιτικές συγκυρίες και διπλωματικές λεπτομέρειες που σπάνια αποτυπώνονται σε τηλεοπτικά πάνελ. Η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν δεν παρήγαγε θεαματικές ανατροπές, αλλά ούτε και επιβεβαίωσε τα σενάρια καταστροφής. Αντιθέτως, επιβεβαίωσε ότι η διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας αποτελεί στρατηγική επιλογή και όχι ένδειξη αδυναμίας.
Οι «καλοθελητές» επένδυσαν σε ένα αφήγημα φόβου. Υποστήριξαν ότι κάθε επαφή ισοδυναμεί με παραχώρηση, ότι κάθε χαμόγελο κρύβει παγίδα, ότι κάθε κοινή δήλωση σηματοδοτεί εθνική ήττα. Όμως η διπλωματία δεν λειτουργεί με όρους απόλυτης νίκης ή απόλυτης ήττας. Λειτουργεί με όρους σταδιακής αποκλιμάκωσης, διαχείρισης κρίσεων και δημιουργίας πλαισίου σταθερότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνάντηση είχε σαφή στόχο: να διατηρηθεί το κλίμα σχετικής ηρεμίας και να αποφευχθούν αιφνιδιασμοί.
Είναι προφανές ότι οι θεμελιώδεις διαφορές δεν εξαφανίστηκαν. Το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος, το Κυπριακό παραμένουν ανοιχτά ζητήματα με ιστορικό βάθος και έντονο φορτίο. Ωστόσο, η πολιτική ωριμότητα κρίνεται ακριβώς στη δυνατότητα διαχείρισης αυτών των διαφορών χωρίς ρητορικές εξάρσεις και χωρίς στρατιωτικές εντάσεις. Η επιλογή της συνάντησης δείχνει ότι και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν το κόστος της αστάθειας.
Για την ελληνική κυβέρνηση, η κίνηση εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική ενίσχυσης της διεθνούς εικόνας της χώρας ως πυλώνα σταθερότητας. Για την τουρκική πλευρά, η διατήρηση διαλόγου με την Αθήνα λειτουργεί συμπληρωματικά σε μια περίοδο αναζήτησης ισορροπιών με τη Δύση. Οι προβλέψεις περί «διπλωματικής παγίδας» δεν επιβεβαιώθηκαν, όπως δεν επιβεβαιώθηκαν και οι εκτιμήσεις περί άμεσης θεαματικής προσέγγισης.
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι όσοι έσπευσαν να καταγγείλουν εκ των προτέρων τη συνάντηση, βρέθηκαν τελικά εκτεθειμένοι. Η απουσία κρίσης αποδείχθηκε λιγότερο ελκυστική από την προσδοκία σύγκρουσης. Κι όμως, στην εξωτερική πολιτική, η «είδηση» συχνά είναι η αποφυγή του αρνητικού σεναρίου. Η σταθερότητα δεν παράγει εντυπωσιακούς τίτλους, αλλά παράγει πολιτικό κεφάλαιο.
Σε τελική ανάλυση, η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν δεν ήταν ούτε θρίαμβος ούτε υποχώρηση. Ήταν μια πράξη ρεαλισμού. Οι καλοθελητές μπορεί να συνεχίσουν να προβλέπουν καταστροφές, όμως η ψύχραιμη διπλωματία αποδεικνύει ότι η πολιτική δεν γράφεται με κραυγές, αλλά με σταθερά, υπολογισμένα βήματα. Και αυτή τη φορά, οι προβλέψεις τους έπεσαν ξεκάθαρα έξω.


