Γράφει ο Παναγιώτης Κόνσουλας,
Οικονομολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας
Ακούστε αυτό το άρθρο
Για δεκαετίες, το δημόσιο χρέος λειτουργούσε ως η βαριά σκιά πάνω από κάθε ελληνική συζήτηση για την οικονομία. Δεν ήταν απλώς ένας αριθμός στους ευρωπαϊκούς πίνακες. Ήταν το μέτρο της αναξιοπιστίας μας, η υπενθύμιση της κρίσης και ο περιορισμός κάθε κυβέρνησης που ήθελε να σχεδιάσει το αύριο. Σήμερα, όμως, η Ελλάδα αρχίζει να αλλάζει τη σχέση της με αυτό το βάρος.
Η πρόωρη αποπληρωμή δανείων του πρώτου μνημονίου δεν είναι μια λογιστική κίνηση χωρίς πολιτικό περιεχόμενο. Είναι μήνυμα οικονομικής αυτοπεποίθησης προς τις αγορές, τους εταίρους και, κυρίως, τους πολίτες. Όταν μια χώρα εξοφλεί υποχρεώσεις πριν από τη λήξη τους, αποδεικνύει ότι διαθέτει ταμειακή επάρκεια, δημοσιονομική πειθαρχία και σχέδιο. Παράλληλα, περιορίζει μελλοντικούς τόκους, βελτιώνει το προφίλ του χρέους και ενισχύει την αξιοπιστία της.
Η πρόοδος αποτυπώνεται καθαρότερα στον λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει υποχώρησή του στο 140,7% στο τέλος του 2026 και στο 134,4% το 2027. Παραμένει υψηλός, αλλά η κατεύθυνση είναι αναμφισβήτητη. Η Ελλάδα, που πριν λίγα χρόνια βρισκόταν στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους, καταγράφει πλέον μία από τις ταχύτερες μειώσεις στην Ευρώπη.
Δεν πρέπει, ωστόσο, να πανηγυρίζουμε σαν να λύθηκε οριστικά το πρόβλημα. Η μείωση του ποσοστού δεν οφείλεται μόνο στις αποπληρωμές. Τροφοδοτείται επίσης από την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τα πρωτογενή πλεονάσματα. Αν η οικονομία επιβραδυνθεί ή αν επιστρέψουν τα ελλείμματα, η θετική πορεία μπορεί να ανακοπεί. Γι’ αυτό η επιτυχία δεν κρίνεται σε μία εντυπωσιακή ανακοίνωση, αλλά στη διάρκεια και στην ποιότητα της πολιτικής.
Η δημοσιονομική σοβαρότητα, άλλωστε, δεν σημαίνει κοινωνική ακινησία. Το πραγματικό ζητούμενο είναι η αποκλιμάκωση του χρέους να μετατρέπεται σταδιακά σε χαμηλότερο κόστος δανεισμού, περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις και μεγαλύτερη δυνατότητα στήριξης της κοινωνίας. Δεν έχει νόημα να βελτιώνονται οι δείκτες, αν η καθημερινότητα παραμένει εγκλωβισμένη στην ακρίβεια, στη στεγαστική πίεση και στις χαμηλές προσδοκίες των νέων.
Απαιτείται, επομένως, μια ισορροπημένη εθνική στρατηγική: συνέχιση των πρόωρων αποπληρωμών όταν αυτές είναι οικονομικά συμφέρουσες, διατήρηση ενός ισχυρού ταμειακού αποθέματος για περιόδους αβεβαιότητας και κατεύθυνση των διαθέσιμων πόρων σε έργα που αυξάνουν την παραγωγικότητα. Η ψηφιακή μετάβαση, η παιδεία, οι υποδομές, η ενέργεια και η ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων δεν είναι ανταγωνιστές της δημοσιονομικής σταθερότητας. Είναι οι προϋποθέσεις της.
Η χώρα μας έχει πληρώσει ακριβά την εποχή των εύκολων υποσχέσεων και του ακριβού δανεισμού. Τώρα έχει την ευκαιρία να αποδείξει ότι έμαθε. Κάθε δισεκατομμύριο που αποπληρώνεται νωρίτερα δεν διαγράφει μόνο μέρος μιας παλιάς οφειλής. Ανοίγει χώρο για περισσότερη ελευθερία στις αποφάσεις των επόμενων γενεών.
Χρειάζεται επίσης διαφάνεια. Οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν ποια δάνεια εξοφλούνται, ποιο είναι το πραγματικό όφελος από τους τόκους και ποιες εναλλακτικές χρήσεις των χρημάτων εξετάστηκαν. Μόνο έτσι η διαχείριση του χρέους παύει να αποτελεί υπόθεση λίγων ειδικών και γίνεται τμήμα μιας ώριμης δημοκρατικής συμφωνίας για τις προτεραιότητες της χώρας στα επόμενα κρίσιμα χρόνια.
Η μείωση του χρέους, λοιπόν, δεν είναι αυτοσκοπός ούτε τρόπαιο μιας κυβέρνησης. Είναι συλλογική ασφάλεια. Και η ουσιαστικότερη πολιτική της διάσταση είναι απλή: να παραδώσουμε στους νεότερους μια Ελλάδα που δεν θα πληρώνει διαρκώς το παρελθόν της, αλλά θα μπορεί επιτέλους να χρηματοδοτεί το μέλλον της.

