
Γράφει ο Παναγιώτης Κόνσουλας,
Οικονομολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας
Ακούστε αυτό το άρθρο

Οι εικόνες από τη Γαλλία και την Αλβανία δεν είναι δύο άσχετες ειδήσεις που θα ξεχαστούν με την επόμενη αλλαγή της επικαιρότητας. Είναι δύο διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας αγωνίας: οι κοινωνίες αισθάνονται ότι το αύριο γίνεται ακριβότερο, πιο αβέβαιο και λιγότερο δίκαιο. Και αυτή η αγωνία δεν γνωρίζει σύνορα.

Στη Γαλλία, οι μαθητικές κινητοποιήσεις συναντούν την οργή για την ακρίβεια, ενώ οι συγκρούσεις στους δρόμους φανερώνουν πόσο εύθραυστη έχει γίνει η κοινωνική ειρήνη. Στην Αλβανία, οι φοιτητές ζητούν καλύτερη παιδεία, προοπτική και λογοδοσία, με την πολιτική αντιπαράθεση να μεταφέρεται βίαια στις πλατείες. Δεν πρόκειται για ίδιες χώρες ούτε για ταυτόσημα προβλήματα. Υπάρχει όμως ένας κοινός παρονομαστής: η δυσπιστία απέναντι στην ικανότητα των θεσμών να δώσουν απαντήσεις.
Την ίδια ώρα, η Ουκρανία εξακολουθεί να αιμορραγεί. Κάθε παράταση του πολέμου επιβαρύνει την ευρωπαϊκή ασφάλεια, τους προϋπολογισμούς και την πολιτική συνοχή. Στα Στενά του Ορμούζ, η ανασφάλεια της ναυσιπλοΐας κρατά ζωντανό τον φόβο νέων ενεργειακών ανατιμήσεων. Δύο μέτωπα μακριά από την Αθήνα, με συνέπειες που μπορούν να φτάσουν μέχρι τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος μιας ελληνικής οικογένειας.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η Τουρκία επαναφέρει τις γνωστές εντάσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η Ελλάδα οφείλει να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας, χωρίς να αντιμετωπίζει ως ασήμαντη καμία αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η ψυχραιμία δεν είναι υποχώρηση. Είναι προϋπόθεση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής.
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, δεν είναι κάθε κρίση ξεχωριστά. Είναι η πιθανότητα να λειτουργήσουν όλες μαζί. Ένα νέο άλμα στις τιμές της ενέργειας μπορεί να τροφοδοτήσει τον πληθωρισμό, να περιορίσει την κατανάλωση και να δυσκολέψει επιχειρήσεις που ήδη μετρούν προσεκτικά κάθε ευρώ. Αν παράλληλα μεγαλώσει η κοινωνική δυσαρέσκεια στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, οι κοινές αποφάσεις θα γίνουν δυσκολότερες ακριβώς όταν θα χρειάζονται περισσότερο.
Για την Ελλάδα, ο χειμώνας που έρχεται δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί με καθησυχαστικές δηλώσεις. Χρειάζεται έγκαιρος σχεδιασμός για την επάρκεια ενέργειας, ουσιαστική προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών και στήριξη της παραγωγής χωρίς ανεξέλεγκτες δημοσιονομικές υποσχέσεις. Χρειάζεται επίσης ευρωπαϊκή συνεννόηση για τις προμήθειες, τις διασυνδέσεις και την ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών.
Ας μην ξεχνάμε και κάτι ακόμη: η Ελλάδα εξαρτάται από τον τουρισμό, τη ναυτιλία, τις εισαγωγές και την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Μια παρατεταμένη ευρωπαϊκή αναταραχή μπορεί να επηρεάσει τις κρατήσεις, τα μεταφορικά κόστη και τη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων. Ακόμη και χωρίς άμεση εμπλοκή σε κάποια σύγκρουση, η χώρα μας πληρώνει μέρος του κόστους της διεθνούς αβεβαιότητας. Γι’ αυτό η ενεργειακή ασφάλεια δεν είναι τεχνική συζήτηση για ειδικούς. Είναι ζήτημα κοινωνικής συνοχής, ανταγωνιστικότητας και τελικά πραγματικής εθνικής αντοχής. Όποιος το υποτιμά σήμερα, ενδέχεται να αναζητά αύριο λύσεις υπό πολύ μεγαλύτερη πίεση.
Δεν είναι βέβαιο ότι όλες οι σημερινές εστίες έντασης θα εξελιχθούν σε γενικευμένη κρίση. Θα ήταν όμως λάθος να περιμένουμε να συμβεί αυτό για να κινηθούμε. Η Ευρώπη δοκιμάζεται ταυτόχρονα στους δρόμους, στα σύνορα, στις αγορές και στους θεσμούς της. Η Ελλάδα δεν μπορεί να σβήσει μόνη της αυτές τις φωτιές. Μπορεί όμως να θωρακίσει την οικονομία της, να υπερασπιστεί τη σταθερότητα και να απαιτήσει από την Ευρώπη κάτι περισσότερο από διαπιστώσεις: αποφάσεις πριν φτάσει ο λογαριασμός στους πολίτες.

