Ο πατέρας του ήταν αντίθετος με την απόφασή του να γίνει τραγουδιστής – Η μεγαλύτερη επιτυχία του, η «Ανεμώνα» παραλίγο να μην μπει στον δίσκο.
«Γιε μου, είναι ο πόνος μου αβάσταχτος καλέ μου…»: Όταν στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 ο Σταμάτης Κόκοτας ερμήνευε το συγκλονιστικό αυτό τραγούδι, σε μουσική Απόστολου Καλδάρα και στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης, που είχε γραφτεί για έναν πατέρα που το παιδί του αργόσβηνε από τα ναρκωτικά, δεν μπορούσε να φανταστεί πως ο πολυαγαπημένος μοναχογιός του, ο Δημήτρης Κόκοτας, θα έφευγε από τη ζωή τόσο πρόωρα, στα 57 του μόλις χρόνια, τέσσερα χρόνια μετά τον δικό του θάνατο, έχοντας δώσει σκληρή μάχη επί δύο σχεδόν εφιαλτικά χρόνια με τα σοβαρότατα προβλήματα που του προκάλεσε το βαρύ έμφραγμα που υπέστη τον Μάρτιο του 2023. Ενίοτε, όμως, η ζωή γράφει τα πιο τραγικά σενάρια…!
Ο Δημήτρης Κόκοτας γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στη μουσική και τα φώτα της δημοσιότητας καθώς ήταν γιος ενός από τους πλέον δημοφιλείς Έλληνες τραγουδιστές. Ως παιδί είδε να περνάνε από το οικογενειακό σπίτι της Κηφισιάς τεράστια ονόματα της ελληνικής μουσικής, από τον Σταύρο Ξαρχάκο και τον Δήμο Μούτση μέχρι τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Γιώργο Χατζηνάσιο και τον Γιώργο Σπανό ενώ βίωνε, παράλληλα, την αστείρευτη λατρεία που έδειχνε ο κόσμος, επώνυμοι κι ανώνυμοι, στον πατέρα του, όταν ανέβαινε στην πίστα.
Ήταν αναμενόμενο λοιπόν να μαγευτεί από τη μουσική και τη λάμψη και να ακολουθήσει και ο ίδιος αυτό το μονοπάτι στη ζωή του: «Αυτό που γυρνούσε πάντα μέσα στο μυαλό μου ήταν η δουλειά του τραγουδιστή, από μικρή ηλικία. Δεν με συγκίνησε ποτέ κάτι άλλο τόσο πολύ όσο αυτό που έκανε ο πατέρας μου, έτσι όπως το ζούσαμε στην καθημερινότητά του. Εκτός του ότι μας έπαιρνε συνέχεια στα μαγαζιά όπου εμφανιζόταν, ακούγονταν διαρκώς μουσικές και μέσα στο σπίτι μας. Φυσικά, ο Σταμάτης Κόκοτας στην καθημερινότητά του ήταν απλά ο πατέρας μου, αλλά δεν έπαυε να υπάρχει τεράστια μουσική επιρροή από εκείνον κάθε στιγμή» είχε παραδεχτεί ο ίδιος.

Με την απόφασή του αυτή όμως, ο Σταμάτης Κόκοτας ήταν, κάθετα αντίθετος, αρχικά τουλάχιστον: «Στον γιο μου, τον Δημήτρη, άρεσε πολύ το τραγούδι και παρά τις φωνές τις δικές μου, το ακολούθησε. Δεν ξέρω, κάτι άλλο ήθελα γι’ αυτόν. Αλλά το αγαπούσε πάρα πολύ. Εγώ προσπαθούσα να του εξηγήσω ότι είναι δύσκολο πράγμα, κοίτα να κάνεις κάτι άλλο, κι αυτός πήγε και πήρε και κιθάρα κι άρχισε και μελετούσε» είχε εξομολογηθεί ο ίδιος παραδεχόμενος, όμως στη συνέχεια, τον θαυμασμό του για το ταλέντο του: «Σήμερα έχει γίνει ένας καλλιτέχνης που δεν το περίμενα ούτε εγώ. Έχει πολλά αβαντάζ και δεν νομίζω ότι με χρειάζεται για να τον συμβουλεύω. Είναι μεγάλο ταλέντο ο Δημήτρης».
Ο Σταμάτης Κόκοτας αντέδρασε πολύ άσχημα όταν ο Δημήτρης του ανακοίνωσε, το 1993, πως θα κάνει τον πρώτο του δίσκο με τον Φοίβο. «Θα πέσω από το μπαλκόνι» του είπε χαρακτηριστικά μ’ εκείνο το αυστηρό και αυθόρμητο ύφος που τον χαρακτήριζε. Τελικά η παρθενική δισκογραφική δουλειά του Δημήτρη Κόκοτα κυκλοφόρησε στις αρχές του 1994, με τίτλο «Διαδόσεις» και έγινε χρυσή.
Χρονιά – σταθμό στη μουσική διαδρομή του νεαρού τότε ερμηνευτή αποτέλεσε ο δεύτερος δίσκος του «Συνείδηση», και πάλι με την υπογραφή του Φοίβου, από τον οποίο προέκυψε το μεγαλύτερο σουξέ της καριέρας του, η «Ανεμώνα». Δεν υπήρχε κλαμπ, ταβέρνα, μπαρ ή ραδιόφωνο, εκείνη την εποχή που να μην παίζει δυνατά αυτό το τραγούδι. Και να φανταστεί κανείς πως οι άνθρωποι της δισκογραφικής εταιρείας δεν ήθελαν να το συμπεριλάβουν στον δίσκο καθώς θεωρούσαν πως ο Δημήτρης Κόκοτας ήταν πολύ νέος για να πει ζεϊμπέκικο!
Η εποχή Φοίβου έκλεισε με μια τρίτη και τελευταία δισκογραφική δουλειά που κυκλοφόρησε το 1997 με τίτλο «Αχαριστία» και εδραίωσε τη φήμη του τραγουδιστή αλλά και τις υψηλές μετοχές του στο χρηματιστήριο της νυχτερινής διασκέδασης.
Ένα νέο εγχώριο μουσικό είδωλο είχε γεννηθεί και απολάμβανε την επιτυχία, κρατώντας, όμως χαμηλούς τόνους: «Έζησα την απόλυτη δόξα και την υστερία των θαυμαστών, ειδικά με τα τραγούδια του Φοίβου που γίνονταν πλατινένια. Όμως, δεν “ψωνίστηκα” ποτέ. Κράτησα τα πόδια μου στη γη λόγω της ανατροφής μου. Έβλεπα από μικρό παιδί στο σπίτι τι σημαίνει πραγματική, τεράστια επιτυχία μέσα από τον πατέρα μου, οπότε για μένα όλο αυτό ήταν κάτι γνώριμο.» είχε δηλώσει ο ίδιος σε παλαιότερη συνέντευξή του συμπληρώνοντας με νόημα: «Ποτέ δεν με ενόχλησε η σύγκριση με τον πατέρα μου. Ένιωθα μόνο περηφάνια. Το όνομα “Κόκοτας” είναι μια βαριά. κληρονομιά, αλλά η αγάπη που είχε ο κόσμος για εκείνον λειτούργησε για μένα ως μια ανοιχτή πόρτα και ως προστασία, όχι ως εμπόδιο».
Την επόμενη διετία ο Δημήτρης Κόκοτας θα συνεργαστεί με δύο επίσης επιτυχημένους συνθέτες της εποχής, γνωστούς για τη δημιουργία σουξέ, τον Νίκο Καρβέλα με τον οποίο θα κάνει τον δίσκο «Για μένα» και τον Γιώργο Θεοφάνους στον δίσκο «Σε ρεύματα αντίθετα».

Η δεκαετία του 2000 θα φέρει πτώση τόσο στην ανταπόκριση των τραγουδιών του όσο και στη ζήτησή του στα μεγάλα νυχτερινά κέντρα. Οι πίστες έχουν πλέον καταληφθεί από νέα δυνατά ονόματα αλλά εκείνος συνεχίζει, πιο αραιά μεν αλλά σταθερά, να ηχογραφεί δίσκους και να κάνει ζωντανές εμφανίσεις.
Μέχρι που κάποια στιγμή επιλέγει να αφοσιωθεί στην επιχειρηματική του δραστηριότητα η οποία ωστόσο δεν είχε τα αποτελέσματα που επιθυμούσε με αποτέλεσμα να πάρει, τα τελευταία χρόνια, την απόφαση, να επιστρέψει στο τραγούδι. Στο πλαίσιο αυτής της απόφασης επέλεξε να συμμετάσχει στο τηλεοπτικό μουσικό σόου «Just the two of us».

Στο μεταξύ έχει βρει την αγάπη στο πρόσωπο της αγαπημένης του Κατερίνας με την οποία απέκτησε, το 2011, μια κόρη: «Ο μεγαλύτερος σταθμός της ζωής μου είναι το παιδί μου και η γυναίκα μου. Το παιδί μας είναι ο καρπός της μεγάλης μας αγάπης» έλεγε ο ίδιος.

Δυστυχώς όμως η ζωή τα έφερα έτσι ώστε δεν κατάφερε να δει την πολυαγαπημένη του κόρη να ενηλικιώνεται και να φτιάχνει τη ζωή της, με την πολύτιμη στήριξή του.

