Άρθρο του Παναγιώτη Κόνσουλα,
Οικονομολόγου-Πολιτικού Επιστήμονα
Οικονομολόγου-Πολιτικού Επιστήμονα
Ακούστε αυτό το άρθρο
Η αγορά ακινήτων στην Ελλάδα εισέρχεται σε μια κρίσιμη φάση μετασχηματισμού. Μετά από μια δεκαετία αποκατάστασης από την κρίση χρέους και μια πρόσφατη περίοδο έντονης ζήτησης, η επόμενη διετία (2026–2027) αναμένεται να σημαδευτεί από σημαντικές αλλαγές στις τιμές, τις επενδυτικές στρατηγικές και τις προτιμήσεις καταναλωτών.
Οι προβλέψεις δείχνουν ότι η αγορά δεν θα ακολουθήσει μονοσήμαντη πορεία, θα υπάρξουν ταυτόχρονα ευκαιρίες και πιέσεις, ανάλογα με το είδος του ακινήτου, τη γεωγραφική περιοχή και τη μακροοικονομική συγκυρία.
Καταρχάς, η ζήτηση για κατοικίες παραμένει ισχυρή, αλλά με διαφοροποιήσεις. Οι μεγάλες πόλεις όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη συνεχίζουν να βλέπουν αύξηση ενδιαφέροντος, ειδικά για μικρότερα διαμερίσματα υψηλής ποιότητας σε κεντρικές περιοχές. Αυτό οφείλεται σε συνδυασμό παραγόντων: τη σταθερή ροή επενδύσεων από το εξωτερικό, την αύξηση της τηλεργασίας που ενισχύει την αξία του κεντρικού και άμεσου αστικού χώρου, και τη συνεχιζόμενη έλλειψη νέων ποιοτικών κατασκευών. Παράλληλα, η ζήτηση για κατοικίες σε παραθεριστικές περιοχές αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω, καθώς επενδυτές και αγοραστές βλέπουν τα ακίνητα αυτά όχι μόνο ως χώρο διαμονής αλλά και ως πηγή εισοδήματος μέσω βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Ωστόσο, η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού στις τράπεζες δημιουργεί μια σημαντική πρόκληση. Ενώ η αγορά κατοικιών δεν δείχνει σημάδια απότομης πτώσης, το κόστος χρηματοδότησης για υποθήκες παραμένει υψηλό σε σχέση με τα τελευταία χρόνια. Αυτό περιορίζει τη δυνατότητα δανεισμού για μεγάλο μέρος των δυνητικών αγοραστών, ιδιαίτερα των νέων και των μεσαίων εισοδημάτων.
Σε αντίθεση με την περίοδο 2020–2022, όπου τα επιτόκια ήταν ιστορικά χαμηλά, το 2026–2027 η ζήτηση θα αναδιαμορφωθεί γύρω από αγοραστές με σταθερό εισόδημα και υψηλότερη πιστοληπτική ικανότητα.
Σε επίπεδο επενδύσεων, ο τομέας των εμπορικών ακινήτων αντιμετωπίζει ένα μεταβατικό στάδιο. Τα κεντρικά γραφειακά κτίρια βρίσκονται υπό πίεση λόγω της μετάβασης στην υβριδική εργασία. Πολλές εταιρείες επανεξετάζουν τις ανάγκες τους σε φυσικούς χώρους γραφείων, οδηγώντας σε μείωση μισθωμάτων για κτίρια με λιγότερη ζήτηση. Αντίθετα, ο χώρος logistics, ειδικά σε κόμβους πλησίον λιμένων και αυτοκινητοδρόμων, παρουσιάζει αυξανόμενο ενδιαφέρον, καθιστώντας την εφοδιαστική αλυσίδα ελκυστικό επενδυτικό τομέα.
Για τις τιμές των ακινήτων συνολικά, οι εκτιμήσεις δείχνουν σταδιακή αλλά όχι ραγδαία αύξηση τα επόμενα δύο χρόνια. Περιφερειακές αγορές με περιορισμένη προσφορά και υψηλό τουριστικό ενδιαφέρον, όπως νησιά του Αιγαίου, θα συνεχίσουν να καταγράφουν ταχύτερη άνοδο, ενώ σε κεντρικές αστικές ζώνες οι αυξήσεις θα είναι πιο μετρημένες, αντανακλώντας την ωρίμανση του κύκλου αγοράς.
Όμως, οι οικονομικές και γεωπολιτικές συνθήκες μπορούν να αλλάξουν το σκηνικό. Μια πιθανή επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας ή αυξημένη αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου θα μπορούσε να περιορίσει τις ξένες επενδύσεις και να επιβραδύνει τον ρυθμό ανόδου των τιμών. Αντιθέτως, πολιτικές ενίσχυσης της ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων και επιδοτήσεις για πρώτη κατοικία θα μπορούσαν να δώσουν ώθηση στην εγχώρια ζήτηση.
Συνολικά, η ελληνική αγορά ακινήτων τα επόμενα δύο χρόνια δεν θα βιώσει μια μονοδιάστατη έκρηξη ή πτώση, αλλά μια περίοδο προσαρμογής. Οι αγοραστές θα αναζητήσουν ασφάλεια και αξία, οι επενδυτές θα εστιάσουν σε ποιοτικά και λειτουργικά ακίνητα, και ο ρόλος της πολιτικής καινοτομίας στην κατοικία θα είναι καθοριστικός. Η ευκαιρία είναι εκεί και περιμένει, αλλά απαιτεί στρατηγική και ρεαλισμό.



