
Γράφει ο Παναγιώτης Κόνσουλας,
Οικονομολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας
Ακούστε αυτό το άρθρο
Υπάρχει ένα παράδοξο στην ελληνική πολιτική σκηνή. Η κυβέρνηση φθείρεται, η καθημερινότητα πιέζει τους πολίτες, η ακρίβεια επιμένει, αλλά κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν φαίνεται σήμερα ικανό να απειλήσει πραγματικά την πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας. Δεν πρόκειται για πολιτικό θαύμα. Είναι το αποτέλεσμα ενός ντόμινο που, αντί να ενώνει δυνάμεις απέναντι στην κυβέρνηση, τις διασπά διαρκώς.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν αυτή την εικόνα. Η Νέα Δημοκρατία προηγείται καθαρά, ενώ η δεύτερη θέση δεν συνοδεύεται από δυναμική ανατροπής. Η διαφορά δεν εξηγείται μόνο από την αντοχή του κυβερνώντος κόμματος. Εξηγείται κυρίως από την αδυναμία των αντιπάλων του να πείσουν ότι μπορούν να κυβερνήσουν καλύτερα.
Το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να αναζητεί τον τρόπο με τον οποίο θα μετατρέψει την ιστορική του παρουσία σε σύγχρονη κυβερνητική πρόταση. Διαθέτει στελέχη, εμπειρία και οργανωτική βάση, αλλά δυσκολεύεται να διευρύνει ουσιαστικά την επιρροή του. Και όταν ένας πολιτικός χώρος δεν μεγαλώνει, αρχίζει αναπόφευκτα να κοιτάζει περισσότερο προς το εσωτερικό του.
Στα αριστερά, το πρόβλημα είναι ακόμη πιο σύνθετο. Νέοι σχηματισμοί, παλιές αντιπαραθέσεις, προσωπικές φιλοδοξίες και διαφορετικές εκδοχές της προοδευτικής παράταξης ανταγωνίζονται για περίπου το ίδιο ακροατήριο. Ακόμη και η παρουσία του Αλέξη Τσίπρα με νέο πολιτικό φορέα δεν αναιρεί αυτομάτως τον κατακερματισμό. Μπορεί να αναδιανέμει ψήφους χωρίς να δημιουργεί μια πλειοψηφική κοινωνική συμμαχία.
Στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας παρατηρείται αντίστοιχο φαινόμενο. Κόμματα με διαφορετικές αφετηρίες διεκδικούν τη διαμαρτυρία των δυσαρεστημένων ψηφοφόρων, αλλά η μεταξύ τους αντιπαλότητα περιορίζει τη δυνατότητα συγκρότησης ενιαίου κυβερνητικού πόλου. Άλλο να εκφράζεις οργή και άλλο να πείθεις ότι μπορείς να διαχειριστείς την οικονομία, την εξωτερική πολιτική και τις κρίσεις.
Έτσι δημιουργείται μια αλυσίδα πολιτικών απωλειών. Κάθε νέα κίνηση αποσπά δυνάμεις από κάποια άλλη. Κάθε εσωκομματική σύγκρουση ενισχύει την καχυποψία. Κάθε προσπάθεια συμμαχίας σκοντάφτει σε ηγετικές φιλοδοξίες και ιδεολογικές διαφορές. Το άθροισμα των ποσοστών μπορεί να είναι μεγάλο, αλλά οι ψηφοφόροι δεν μεταφέρονται μηχανικά από κόμμα σε κόμμα.
Η πολιτική ιστορία δείχνει ότι οι κυβερνήσεις δεν χάνουν μόνο επειδή κουράζουν. Χάνουν όταν απέναντί τους εμφανίζεται μια δύναμη που εμπνέει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη. Σήμερα, η αντιπολίτευση καταγγέλλει τα ίδια προβλήματα, αλλά προτείνει διαφορετικές, κάποτε ασύμβατες λύσεις. Ο πολίτης ακούει πολλή κριτική, λίγες δεσμεύσεις και ακόμη λιγότερες απαντήσεις για το κόστος τους. Εκεί βρίσκεται το πλεονέκτημα της Νέας Δημοκρατίας στις επόμενες εκλογές.
Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι η Νέα Δημοκρατία έχει εξασφαλισμένη νίκη ή αυτοδυναμία. Η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι πραγματική και οι εκλογές δεν κρίνονται από τις σημερινές μετρήσεις. Σημαίνει όμως ότι, με τα σημερινά δεδομένα, ο πρώτος έχει απέναντί του πολλούς ανταγωνιστές και όχι έναν πειστικό διεκδικητή της εξουσίας.
Η μεγαλύτερη αδυναμία της αντιπολίτευσης δεν είναι τελικά τα χαμηλά ποσοστά. Είναι ότι δεν έχει απαντήσει στο απλό ερώτημα του πολίτη: ποιος μπορεί να αναλάβει αύριο τη χώρα και με ποιο σχέδιο;
Μέχρι να δοθεί αυτή η απάντηση, το ντόμινο θα συνεχίζεται. Και όσο οι αντίπαλοι της κυβέρνησης μετρούν ποιος προηγείται του άλλου, η Νέα Δημοκρατία θα εξακολουθεί να προηγείται όλων. Όχι επειδή δεν αντιμετωπίζει προβλήματα, αλλά επειδή κανείς δεν έχει κατορθώσει ακόμη να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε αξιόπιστη εναλλακτική εξουσίας.
Πηγή: Political.gr


