Γράφει ο Παναγιώτης Κόνσουλας,
Οικονομολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας
Ακούστε αυτό το άρθρο
Η διαρκής αύξηση των τιμών στην εστίαση και στα βασικά είδη διατροφής δεν αποτελεί πλέον μια παροδική δυσκολία, αλλά μια νέα κανονικότητα που δοκιμάζει τις αντοχές της ελληνικής κοινωνίας. Από το πρωινό καφέ μέχρι το οικογενειακό τραπέζι, ο λογαριασμός μεγαλώνει σταθερά, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των πολιτών και αναδιαμορφώνοντας τις καθημερινές τους συνήθειες.
Τα τελευταία χρόνια, οι καταναλωτές βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα συνεχές κύμα ανατιμήσεων. Οι τιμές σε βασικά προϊόντα, όπως το ψωμί, το γάλα, το λάδι και το κρέας, έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ η εστίαση –παραδοσιακά συνδεδεμένη με την κοινωνική ζωή των Ελλήνων– μετατρέπεται σταδιακά σε μια πιο «επιλεκτική» δραστηριότητα. Ένα απλό γεύμα εκτός σπιτιού κοστίζει πλέον αισθητά περισσότερο, οδηγώντας πολλούς είτε σε περιορισμό εξόδων είτε σε αναζήτηση φθηνότερων επιλογών.
Οι αιτίες του φαινομένου είναι πολυπαραγοντικές. Η ενεργειακή κρίση, οι διεθνείς αναταράξεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, καθώς και ο πληθωρισμός που επιμένει σε ευρωπαϊκό επίπεδο, επιβαρύνουν το κόστος παραγωγής και μεταφοράς. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις της εστίασης, ήδη πιεσμένες από τα προηγούμενα χρόνια της πανδημίας, μετακυλίουν μέρος του κόστους στους καταναλωτές, προκειμένου να διατηρήσουν τη βιωσιμότητά τους.
Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό, είναι βαθιά κοινωνικό. Η μείωση της κατανάλωσης επηρεάζει την ποιότητα ζωής, αλλά και την ψυχολογία των πολιτών. Το τραπέζι, που στην ελληνική κουλτούρα αποτελεί σημείο συνάντησης, επικοινωνίας και φιλοξενίας, κινδυνεύει να χάσει τον αυθορμητισμό του. Όταν ακόμη και τα βασικά αγαθά γίνονται αντικείμενο συνεχούς υπολογισμού, η καθημερινότητα αποκτά μια μόνιμη αίσθηση ανασφάλειας.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η πολιτεία καλείται να αναλάβει ουσιαστικές πρωτοβουλίες. Τα μέτρα στήριξης, οι έλεγχοι στην αγορά και η ενίσχυση του ανταγωνισμού μπορούν να λειτουργήσουν ανακουφιστικά, αλλά δεν αρκούν από μόνα τους. Απαιτείται μια συνολική στρατηγική που θα στοχεύει στη σταθεροποίηση των τιμών, στην ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και στη διασφάλιση της πρόσβασης όλων σε ποιοτικά τρόφιμα.
Ταυτόχρονα, και οι ίδιες οι επιχειρήσεις καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην επιβίωση και στη διατήρηση μιας σχέσης εμπιστοσύνης με τον πελάτη. Σε μια περίοδο όπου ο καταναλωτής γίνεται πιο επιλεκτικός και πιο προσεκτικός, η ποιότητα, η διαφάνεια και η συνέπεια μπορούν να αποτελέσουν καθοριστικούς παράγοντες διαφοροποίησης. Η διατήρηση προσιτών επιλογών, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα επιβίωσης.
Το μεγάλο στοίχημα, τελικά, είναι να μη μετατραπεί η ακρίβεια σε μόνιμο εμπόδιο για την κοινωνική συνοχή. Γιατί όταν το φαγητό και η έξοδος γίνονται προνόμιο αντί για αυτονόητο δικαίωμα, τότε η οικονομική πίεση αποκτά βαθύτερες διαστάσεις που ξεπερνούν τα όρια της αγοράς και αγγίζουν τον ίδιο τον τρόπο ζωής μας.



