Οικονομολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας
Η συμφωνία φιλοδοξεί να δημιουργήσει μία από τις μεγαλύτερες ζώνες ελεύθερου εμπορίου στον πλανήτη, καλύπτοντας περίπου 700–750 εκατομμύρια ανθρώπους. Προβλέπει τη σταδιακή κατάργηση δασμών στο 91% των εμπορικών ροών και των δύο πλευρών, με μεταβατικές περιόδους που φτάνουν ακόμα και τα 15 χρόνια σε ευαίσθητους τομείς.
Για την Ευρώπη, τα κύρια οφέλη εντοπίζονται στη βιομηχανία και τις εξαγωγές υψηλής προστιθέμενης αξίας. Οι ευρωπαϊκές εταιρείες αυτοκινήτων, μηχανημάτων, φαρμάκων, χημικών και κρασιών/οινόπνευματων ποτών θα αποκτήσουν πολύ πιο εύκολη και φθηνότερη πρόσβαση σε μια τεράστια αναπτυσσόμενη αγορά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι οι εξαγωγές της ΕΕ προς τις χώρες MERCOSUR μπορεί να αυξηθούν κατά έως 39% ετησίως, υποστηρίζοντας εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας.
Αντίστροφα, για τις χώρες της MERCOSUR το μεγάλο «δώρο» είναι η πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά για τα αγροτικά προϊόντα τους. Προβλέπονται ποσοστώσεις (quotas) χωρίς δασμούς ή με πολύ χαμηλούς δασμούς για βοδινό κρέας, πουλερικά, ζάχαρη, σόγια, ρύζι, μέλι και αιθανόλη. Αυτά τα προϊόντα παράγονται στη Νότια Αμερική με σημαντικά χαμηλότερο κόστος, λόγω φθηνότερης γης, εργασίας και λιγότερο αυστηρών περιβαλλοντικών/εργασιακών προτύπων.
Εδώ ακριβώς ξεκινά η μεγάλη πολιτική σύγκρουση. Οι Ευρωπαίοι αγρότες – ιδιαίτερα σε χώρες του Νότου και της Κεντρικής Ευρώπης όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Πολωνία, η Ισπανία και η Ελλάδα – καλούνται να ανταγωνιστούν προϊόντα που είναι φθηνότερα, αλλά παράγονται υπό ανισότιμους όρους. Σε μια περίοδο που το κόστος παραγωγής έχει εκτοξευθεί (ενέργεια, λιπάσματα, κλιματική κρίση), η συμφωνία θεωρείται από πολλούς ως η χαριστική βολή σε μικρομεσαίους κτηνοτρόφους και αγρότες, με κίνδυνο περαιτέρω ερήμωσης της υπαίθρου και απώλειας εισοδήματος.
Οι αντιδράσεις δεν περιορίζονται στην οικονομία. Ένα δεύτερο, εξίσου σοβαρό, αγκάθι είναι το περιβάλλον. Η αύξηση της ζήτησης για βοδινό κρέας, σόγια και άλλα προϊόντα από τη MERCOSUR συνδέεται άμεσα με την εντατικοποίηση της γεωργίας και την αποψίλωση του Αμαζονίου. Περισσότερες εκτάσεις για βοσκή και καλλιέργεια σημαίνουν λιγότερο τροπικό δάσος, μεγαλύτερες εκπομπές CO₂, μείωση της βιοποικιλότητας και μεγαλύτερη απόσταση από τους κλιματικούς στόχους της ΕΕ. Παρά τις δεσμεύσεις της συμφωνίας για μη αποψίλωση μετά το 2030 και μηχανισμούς προστασίας, πολλοί περιβαλλοντικοί οργανισμοί και οι Πράσινοι τις χαρακτηρίζουν ανεπαρκείς και δύσκολα εφαρμόσιμες.




