Το 2026 δεν έρχεται για τον μέσο Έλληνα πολίτη ως χρονιά μεγάλων προσδοκιών, αλλά ως χρονιά ώριμων και μετρημένων ελπίδων. Μετά από μια μακρά δεκαπενταετία διαδοχικών κρίσεων – οικονομικών, υγειονομικών, ενεργειακών και γεωπολιτικών – ο πολίτης έχει πάψει να προσδοκά θεαματικές αλλαγές. Αυτό που αναζητά πλέον είναι κάτι πολύ πιο απλό και ταυτόχρονα πιο απαιτητικό: κανονικότητα, σταθερότητα και προβλεψιμότητα στην καθημερινή του ζωή.
Η ελληνική οικονομία εισέρχεται στο 2026 με θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες, όμως η απόσταση ανάμεσα στους αριθμούς και στην πραγματική ζωή παραμένει αισθητή. Ο μέσος εργαζόμενος δεν παρακολουθεί το ΑΕΠ ούτε τις αξιολογήσεις των διεθνών οίκων. Παρακολουθεί το ενοίκιο που αυξάνεται, το κόστος των βασικών αγαθών και τον λογαριασμό του ρεύματος. Για τον πολίτη, το ζητούμενο ίσως δεν είναι η θεαματική αύξηση του εισοδήματος, αλλά η δυνατότητα να προγραμματίζει τον μήνα του χωρίς διαρκή αγωνία.
Στην αγορά εργασίας, οι προσδοκίες είναι αντιφατικές. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν περισσότερες θέσεις εργασίας σε σχέση με το παρελθόν και χαμηλότερη ανεργία. Από την άλλη, παραμένει διάχυτη η αίσθηση ότι η ποιότητα της εργασίας δεν ακολουθεί την αύξηση της απασχόλησης. Πολλοί εργαζόμενοι αισθάνονται εγκλωβισμένοι σε μισθούς που δεν ανταποκρίνονται στο κόστος ζωής, με έντονη πίεση και ελάχιστο προσωπικό χρόνο. Το 2026, ο πολίτης ίσως δεν ονειρεύεται καριέρα αλλά επιθυμεί μια δουλειά που να του επιτρέπει να ζει αξιοπρεπώς και να σχεδιάζει θετικά το μέλλον του.
Σε κοινωνικό επίπεδο, κυριαρχεί μια σιωπηλή κόπωση. Οι πολίτες δείχνουν λιγότερο διατεθειμένοι να συγκρουστούν, αλλά και λιγότερο πρόθυμοι να πιστέψουν σε εύκολες υποσχέσεις. Η δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό σύστημα δεν εκφράζεται πάντα με θυμό, αλλά με αποστασιοποίηση. Το 2026, ο μέσος Έλληνας δεν περιμένει ριζικές μεταρρυθμίσεις, περιμένει όμως το κράτος να λειτουργεί στοιχειωδώς: στις μεταφορές, στην υγεία, στη δικαιοσύνη και στην καθημερινή επαφή με τη δημόσια διοίκηση.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και το ζήτημα της ασφάλειας, όχι μόνο με την έννοια της εγκληματικότητας, αλλά και της συνολικής αίσθησης σταθερότητας. Σε έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα και συχνά απρόβλεπτα, ο πολίτης θέλει να νιώθει ότι η χώρα του δεν παρασύρεται από τις εξελίξεις, αλλά διαθέτει σχέδιο, θεσμική συνέχεια και σοβαρότητα στη λήψη αποφάσεων.
Παράλληλα, έντονη είναι και η προσδοκία για ένα κράτος που θα σέβεται περισσότερο τον χρόνο και την αξιοπρέπεια του πολίτη. Από τις ουρές στις δημόσιες υπηρεσίες μέχρι τη βραδύτητα της Δικαιοσύνης, η καθημερινή ταλαιπωρία παραμένει βασικό σημείο τριβής.
Το 2026 ο Έλληνας πολίτης περιμένει κάτι βαθύτερο και πιο υπαρξιακό: σεβασμό και αξιοπρέπεια στην καθημερινότητα. Να μπορεί να κάνει σχέδια έξι μήνες μπροστά, να μη ζει με τον φόβο της αιφνίδιας ανατροπής και να νιώθει ότι η προσπάθεια του δεν ακυρώνεται από αποφάσεις που λαμβάνονται ξαφνικά και χωρίς λογοδοσία.
Τέλος, αν κάτι χαρακτηρίζει τις προσδοκίες για το 2026, αυτό δεν είναι ούτε η αισιοδοξία ούτε η απαισιοδοξία. Είναι η ανάγκη για μια ζωή λιγότερο θορυβώδη, λιγότερο επισφαλή και περισσότερο προβλέψιμη. Και για πολλούς πολίτες, αυτό από μόνο του θα αποτελούσε μια ουσιαστική πολιτική και κοινωνική κατάκτηση στη καθημερινότητα του.




