Γράφει ο Παναγιώτης Κόνσουλας,
Οικονομολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας
Ακούστε αυτό το άρθρο
Όταν πριν από λίγους μήνες επισημαίναμε ότι η ενεργειακή κρίση δεν είχε τελειώσει, ίσως ακουγόταν υπερβολικό. Σήμερα όμως, η πραγματικότητα γίνεται περισσότερο επίμονη από οποιαδήποτε πρόβλεψη.
Το Brent ξεπέρασε τα 108 δολάρια το βαρέλι και πλησίασε τα 110, υπενθυμίζοντας ότι η ενέργεια παραμένει ίσως ο πιο ευαίσθητος κρίκος της παγκόσμιας οικονομίας.
Το αν αύριο η τιμή θα διορθώσει στα 105 ή θα κινηθεί προς τα 110 δολάρια έχει μικρότερη σημασία από τη μεγάλη εικόνα. Η αγορά έχει ήδη ενσωματώσει ένα ισχυρό γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου, καθώς οι διαταραχές στη Μέση Ανατολή, οι πιέσεις στις θαλάσσιες οδούς και τα προβλήματα στις ενεργειακές υποδομές δημιουργούν αβεβαιότητα για την ομαλή τροφοδοσία.
Και εδώ αρχίζει ο πραγματικός λογαριασμός.
Το ακριβό πετρέλαιο δεν μένει στα χρηματιστηριακά ταμπλό. Μπαίνει στο ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου, στο φορτηγό που μεταφέρει προϊόντα, στο πλοίο, στο αεροπλάνο, στο κόστος του αγρότη και της βιομηχανίας. Μεταφέρεται στις πρώτες ύλες, στις υπηρεσίες, στα τρόφιμα και τελικά στην καθημερινότητα κάθε νοικοκυριού.
Για την Ελλάδα, μια παρατεταμένη περίοδος πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια θα μπορούσε να δημιουργήσει τριπλή πίεση. Πρώτον, στα καύσιμα και στις μεταφορές. Δεύτερον, στον πληθωρισμό, που μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο επίμονος από όσο περιμέναμε. Και τρίτον, στα επιτόκια, καθώς οι κεντρικές τράπεζες θα δυσκολευτούν να χαλαρώσουν τη νομισματική πολιτική όταν η ενέργεια τροφοδοτεί ξανά τις αυξήσεις τιμών.
Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο. Μια νέα ενεργειακή έξαρση δεν απειλεί μόνο το διαθέσιμο εισόδημα. Μπορεί να κάνει ακριβότερο το χρήμα για μεγαλύτερο διάστημα, επηρεάζοντας στεγαστικά δάνεια, επιχειρηματική χρηματοδότηση και επενδύσεις.
Στην οικοδομή, την οποία γνωρίζω καλά, η επίδραση μπορεί να είναι διπλή. Υλικά, μεταφορές και μηχανήματα ακριβαίνουν, ενώ ταυτόχρονα η χρηματοδότηση παραμένει ακριβή. Το αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα φθηνότερα ακίνητα. Αντίθετα, μπορεί να περιοριστεί η παραγωγή νέων κατοικιών και να ενισχυθεί το πρόβλημα της ανεπαρκούς προσφοράς.
Αντίστοιχες πιέσεις θα δεχθούν ο τουρισμός και η ναυτιλία. Ακριβότερα καύσιμα σημαίνουν αυξημένο λειτουργικό κόστος για αεροπορικές, ακτοπλοΐα και μεταφορές, με ένα μέρος του να περνά αναπόφευκτα στον καταναλωτή.
Υπάρχει, τέλος, και μία κρίσιμη δημοσιονομική διάσταση. Όσο αυξάνεται η πίεση στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις, τόσο εντονότερη γίνεται η ανάγκη για κρατικές παρεμβάσεις. Όμως οι οριζόντιες επιδοτήσεις κοστίζουν και δεν μπορούν να αποτελούν μόνιμη απάντηση. Η πρόκληση για την κυβέρνηση είναι να προστατεύσει τους περισσότερο ευάλωτους χωρίς να υπονομεύσει τη δημοσιονομική σταθερότητα, σε μια περίοδο κατά την οποία η ανάπτυξη χρειάζεται επενδύσεις και όχι νέα αβεβαιότητα για επιχειρήσεις, οικογένειες και δημόσια οικονομικά συνολικά.
Το ανησυχητικότερο είναι ότι τα περιθώρια απορρόφησης ενός νέου ενεργειακού σοκ περιορίζονται. Αποθέματα, εναλλακτικές διαδρομές και προσωρινές λύσεις δεν είναι ανεξάντλητα. Όσο περισσότερο διαρκεί η αβεβαιότητα, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο κίνδυνος η ενεργειακή κρίση να μετατραπεί ξανά σε κρίση κόστους ζωής.
Η Ευρώπη, πόσο μάλλον η Ελλάδα, δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει κάθε ενεργειακή αναταραχή με επιδοτήσεις. Χρειάζεται μόνιμη στρατηγική: διαφοροποίηση πηγών, αποθήκευση, διασυνδέσεις, επενδύσεις στα δίκτυα και ταχύτερη ενεργειακή αυτονομία.
Τα 108 δολάρια δεν είναι απλώς μια τιμή. Είναι ένα προειδοποιητικό καμπανάκι. Και αυτή τη φορά πρέπει να το ακούσουμε πριν φτάσει ο λογαριασμός.

