Γράφει ο Παναγιώτης Κόνσουλας,
Οικονομολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας
Η ανάφλεξη μιας ευρείας σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, με την άμεση -καταρχήν- εμπλοκή του Ιράν, του Ισραήλ και των ΗΠΑ, δεν θα περιοριστεί στα πεδία των μαχών. Οι γεωπολιτικές κρίσεις στην περιοχή έχουν ιστορικά παγκόσμιο οικονομικό αποτύπωμα, και η Ελλάδα, αν και γεωγραφικά εκτός σύγκρουσης, βρίσκεται στο σταυροδρόμι ενεργειακών, ναυτιλιακών και στρατηγικών ροών. Το ερώτημα δεν είναι αν θα επηρεαστεί, αλλά πώς και σε ποιο βαθμό.
Πρώτος και άμεσος μηχανισμός μετάδοσης είναι η ενέργεια. Η Ελλάδα παραμένει καθαρός εισαγωγέας πετρελαίου και φυσικού αερίου. Μια κλιμάκωση που θα επηρεάσει τα Στενά του Ορμούζ ή θα προκαλέσει κυρώσεις και αντίποινα, μπορεί να οδηγήσει σε απότομη άνοδο των διεθνών τιμών. Το αποτέλεσμα θα είναι αυξημένο κόστος καυσίμων, πίεση στους λογαριασμούς ρεύματος και αναζωπύρωση του πληθωρισμού. Σε μια οικονομία που μόλις έχει ανακτήσει επενδυτική βαθμίδα και επιδιώκει σταθερό ρυθμό ανάπτυξης, ένα νέο ενεργειακό σοκ θα λειτουργήσει ως φρένο στην κατανάλωση και στην επιχειρηματική εμπιστοσύνη.
Δεύτερος κρίσιμος τομέας είναι η ναυτιλία. Η ελληνόκτητη ναυτιλία κατέχει ηγετική θέση παγκοσμίως, ιδίως στα δεξαμενόπλοια. Σε περιόδους έντασης, οι ναύλοι συχνά αυξάνονται λόγω περιορισμένης προσφοράς και υψηλού ρίσκου, δημιουργώντας αυξημένα έσοδα. Ωστόσο, ταυτόχρονα εκτινάσσονται τα ασφάλιστρα πολέμου και αυξάνεται ο επιχειρησιακός κίνδυνος. Για τη χώρα συνολικά, τα αυξημένα έσοδα του κλάδου μπορεί να αντισταθμίσουν εν μέρει τις απώλειες αλλού, αλλά δεν εξαλείφουν τη γενικευμένη αβεβαιότητα.
Ο τουρισμός αποτελεί τον πιο ευαίσθητο πυλώνα. Η Ελλάδα έχει οικοδομήσει εικόνα ασφαλούς μεσογειακού προορισμού. Μια γενικευμένη ανάφλεξη στην Ανατολική Μεσόγειο μπορεί να οδηγήσει σε προσωρινές ακυρώσεις και επιφυλακτικότητα από αγορές μακρινών αποστάσεων. Από την άλλη, εάν η χώρα παραμείνει εκτός στρατιωτικής εμπλοκής, μπορεί να λειτουργήσει ως «ασφαλής εναλλακτική» σε σχέση με γειτονικές περιοχές υψηλότερου κινδύνου.
Το ισοζύγιο θα κριθεί από τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης.
Στο χρηματοοικονομικό επίπεδο, η αβεβαιότητα μεταφράζεται σε μεταβλητότητα. Το ελληνικό χρηματιστήριο, λόγω μικρού βάθους, αντιδρά συνήθως εντονότερα στις διεθνείς αναταράξεις. Παράλληλα, αν ο πληθωρισμός επιμείνει, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ενδέχεται να καθυστερήσει μειώσεις επιτοκίων, επιβαρύνοντας δανειολήπτες και επενδύσεις, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς ακινήτων.
Υπάρχει όμως και η γεωπολιτική διάσταση.
Η Ελλάδα, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, ενισχύει τον ρόλο της ως πυλώνας σταθερότητας στη νοτιοανατολική πτέρυγα. Η στρατηγική σημασία λιμένων, βάσεων και ενεργειακών υποδομών αναβαθμίζεται. Αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε επενδύσεις και διπλωματικό κεφάλαιο, αλλά συνεπάγεται και αυξημένη έκθεση σε πιέσεις και ευθύνες.
Συνολικά, μια ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή θα φέρει για την Ελλάδα βραχυπρόθεσμο οικονομικό κόστος μέσω ενέργειας και αβεβαιότητας. Μεσοπρόθεσμα, όμως, η χώρα μπορεί να αξιοποιήσει τον ρόλο της ως σταθερή ευρωπαϊκή οικονομία σε μια ταραγμένη περιοχή. Το μεγάλο στοίχημα θα είναι η διαχείριση του πρώτου σοκ χωρίς να χαθεί η δυναμική του δεύτερου σκέλους.


