Γράφει ο Παναγιώτης Κόνσουλας,
Οικονομολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας
Τα τελευταία χρόνια, στη δημόσια συζήτηση για τη διακυβέρνηση κυριαρχεί όλο και περισσότερο η γλώσσα της διοίκησης. Η αποτελεσματικότητα, η ταχύτητα, ο συντονισμός και η επίτευξη μετρήσιμων στόχων προβάλλονται ως βασικά κριτήρια επιτυχίας της πολιτικής. Το κράτος περιγράφεται συχνά με όρους οργανωτικού σχήματος, όπου η κεντρική καθοδήγηση, η σαφής ιεραρχία και η άμεση εκτέλεση θεωρούνται αυτονόητα πλεονεκτήματα. Πρόκειται για μια προσέγγιση που απαντά σε πραγματικές ανάγκες, αλλά ταυτόχρονα θέτει κρίσιμα θεσμικά ερωτήματα.
Η μεταφορά λογικών σύγχρονου management στη διακυβέρνηση δεν προκύπτει τυχαία. Αποτελεί απάντηση σε χρόνιες παθογένειες: γραφειοκρατία, καθυστερήσεις, κατακερματισμό αρμοδιοτήτων, αδυναμία υλοποίησης δημόσιων πολιτικών. Σε αυτό το πλαίσιο, η έμφαση στην οργάνωση και στην αποδοτικότητα εμφανίζεται ως εύλογη και, σε πολλές περιπτώσεις, αναγκαία. Ωστόσο, η πολιτική διακυβέρνηση δεν ταυτίζεται με τη διοίκηση ενός οργανισμού. Η διαφορά δεν είναι τεχνική, αλλά βαθιά θεσμική.
Στην πολιτική, η επιτυχία μιας απόφασης δεν εξαρτάται μόνο από το αποτέλεσμα, αλλά και από τη διαδικασία που την παράγει. Η δημοκρατική νομιμοποίηση, ο δημόσιος διάλογος, ο κοινοβουλευτικός έλεγχος και η λογοδοσία δεν είναι δευτερεύοντα στοιχεία, αλλά συστατικά του ίδιου του πολιτικού συστήματος. Όταν η διακυβέρνηση προσεγγίζεται αποκλειστικά με όρους σύγχρονου management, υπάρχει ο κίνδυνος αυτά τα στοιχεία να αντιμετωπιστούν ως λειτουργικές επιβαρύνσεις αντί ως θεσμικές εγγυήσεις.
Η λογική της αποτελεσματικότητας ευνοεί, εκ των πραγμάτων, τη συγκέντρωση αποφάσεων και τον περιορισμό των ενδιάμεσων σταδίων. Αυτό μπορεί να προσφέρει ταχύτητα και καθαρότητα στον σχεδιασμό, αλλά ταυτόχρονα μειώνει τους χώρους διαβούλευσης και θεσμικής τριβής. Η πολιτική, όμως, δεν είναι ουδέτερη τεχνική άσκηση. Είναι πεδίο σύγκρουσης κοινωνικών προτεραιοτήτων, αξιακών επιλογών και συλλογικών συμφερόντων, τα οποία δεν επιλύονται πάντα με δείκτες απόδοσης.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται μια κρίσιμη παράμετρος: η εμπιστοσύνη. Η αποτελεσματική διακυβέρνηση δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στην τεχνική επάρκεια, αν δεν συνοδεύεται από κοινωνική αποδοχή και θεσμική διαφάνεια. Η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν παράγεται με ταχύτητα, αλλά με σταθερούς κανόνες, σαφή όρια εξουσίας και αίσθηση δικαιοσύνης στη λήψη των αποφάσεων. Χωρίς αυτά, ακόμη και οι πιο άρτιες πολιτικές κινδυνεύουν να απολέσουν τη νομιμοποίησή τους.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η διακυβέρνηση χρειάζεται καλύτερη οργάνωση και συντονισμό. Το ερώτημα είναι πώς αυτά συνδυάζονται με τη διαφάνεια, τη συμμετοχή και τον έλεγχο. Η ταχύτητα δεν υποκαθιστά τη συναίνεση και η υλοποίηση δεν ακυρώνει την ανάγκη πολιτικής λογοδοσίας. Αντίθετα, όσο πιο συγκεντρωμένη και «αποτελεσματική» γίνεται η εξουσία, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν τα θεσμικά αντίβαρα. Γιατί χωρίς αυτά, η αποτελεσματικότητα μπορεί να μετατραπεί από αρετή σε πρόβλημα.
Η διακυβέρνηση ως σύγχρονο management μπορεί να προσφέρει απαντήσεις σε υπαρκτές δυσλειτουργίες του κράτους. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει τη δημοκρατική διαδικασία ούτε να επαναπροσδιορίσει τη φύση της πολιτικής. Η πρόκληση για κάθε σύγχρονο πολιτικό σύστημα δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και τη δημοκρατία, αλλά να τις ισορροπήσει. Γιατί η ποιότητα της διακυβέρνησης δεν κρίνεται μόνο από το πόσο γρήγορα λαμβάνονται οι αποφάσεις, αλλά από το αν αυτές παραμένουν θεσμικά ελέγξιμες, κοινωνικά νομιμοποιημένες και πολιτικά υπεύθυνες, διαχρονικά και ουσιαστικά, στο πλαίσιο μιας ώριμης δημοκρατικής λειτουργίας.



